Παρασκευή 24 Μαΐου 2019

Ἐρώτηση: Περί τοῦ τόπου τοῦ Ἅδου



Στήν ἱστοσελίδα imdleo.gr εἶδα κάπου ἕνα κείμενο τοῦ Λεόντιου Μοναχοῦ Διονυσιάτη καί ἔλεγε πώς ὁ Ἅδης εἶναι πράγματι κάτω ἀπό τήν Γῆ· ἰσχύει αὐτό;
Σᾶς παρακαλῶ νά δεῖτε τί λέει πρῶτα ἐδῶ : http://www.imdleo.gr/diaf/2008/Hell_screams.htm καί μετά νά ἀπαντήσετε.


Ἀφοῦ μελετήσαμε τήν παραπάνω ἱστοσελίδα, καί δή τά συγκεκριμένα ἁγιογραφικά χωρία στά ὁποῖα παραπέμπει καί πού γίνεται λόγος περί τοῦ ἅδη, ἔχουμε νά ποῦμε τά ἑξῆς:

Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί θά πρέπει νά βρίσκουμε ἀπάντηση στά ἐρωτήματά μας μέσα ἀπό τήν ἑρμηνεία τῶν ἁγίων μας καί ὄχι μέσα ἀπό αὐθαίρετες πολλές φορές ἑρμηνεῖες τῶν διαφόρων κοινῶν θνητῶν, πού ἔχουν ἐπηρεασθεῖ ἀπό ἀρχαιοελληνικές ἤ ἑβραϊκές ἀντιλήψεις οἱ ὁποῖες ἴσχυαν πρίν τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ὄντως παρίσταναν τόν ἅδη ὡς ἕναν ὑποχθόνιο, ἀνήλιο καί ἀπομονωμένο τόπο, πού δέν ἔφθαναν μάλιστα ἐκεῖ οὔτε οἱ προσευχές τῶν ζώντων. Ὁ Τάρταρος γιά τούς ἀσεβεῖς, τά Ἠλύσια πεδία γιά τούς μακαρίους καί ἥρωες.

Γιά τούς Ἑβραίους ὁ ἅδης ἀποτελοῦσε τό κοινό κατοικητήριο τῶν νεκρῶν, πού διακρινόταν σέ δύο μέρη, τόν Παράδεισο γιά τούς ἀγαθούς καί τήν κόλαση γιά τούς κακούς.

Στήν Καινή Διαθήκη ὅμως, μέ τήν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν ἅδη συνετρίβη ἡ ἰσχύς τοῦ θανάτου καί διαλύθηκε τό σκοτάδι του. «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν» (κανών Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, ὠδή ζ΄).

Γιά τούς χριστιανούς ἑπομένως, ὁ ἅδης εἶναι ἡ στέρηση τῆς θέας καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ , ἡ αἰώνια τιμωρία, ἡ συναίσθηση τῆς δικαίας ὀργῆς τοῦ Θεοῦ , τά διάφορα παθήματα τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς, κατ'ἀνάλογο βαθμό πρός τήν εὐθύνη τοῦ ἁμαρτήσαντος.(Λουκ.ιβ΄, 47-48 ).

Καλεῖται δέ ὁ ἅδης καί «Σκότος τό ἐξώτερον»(Ματθ. η΄,12), «Κάμινος πυρός»(Ματθ. ιγ΄,42), «πῦρ αἰώνιον»(Ματθ. κε΄,41)

Ἔτσι λοιπόν καί ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης ἑρμηνεύοντας τό «ἐρρύσω τήν ψυχήν μου ἐξ Ἅδου κατωτάτου»(Ψαλμ. πε΄(85),13) τοῦ προφητάνακτος Δαυΐδ, λέει ὅτι ὁ ἅδης ἔχει τή σημασία τῆς ἁμαρτίας ἤ τοῦ πνευματικοῦ θανάτου ἤ τοῦ θανατηφόρου κινδύνου πού προξενεῖται στόν ἄνθρωπο ἀπό ὁρατούς ἤ ἀοράτους δαίμονες.

Ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἑρμηνεύοντας τό Ἡσ.ιδ΄(14), 15 «νῦν δέ εἰς ἅδην καταβήσῃ καί εἰς τά θεμέλια τῆς γῆς» λέει ὅτι ὁ ἅδης ἐνομίζετο ὑπό τήν γῆν, ἀφοῦ ὁ Θεός ἦταν ὑπεράνω τῆς γῆς, στόν οὐρανό. Ὁ παρατατικός δηλώνει ὅτι τότε, πρίν τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶχαν αὐτήν τήν ἀντίληψη. Ὄχι τώρα ὅμως πού ἤδη ἔχει ἔρθει ὁ Χριστός!

Ὁ ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης λέει ὅτι ὁ ἅδης εἶναι «κατάστασις ζωῆς ἀειδής καί ἀσώματος», δηλ. πνευματική κατάσταση, ἄμορφος, ἀφανής, ἀόρατος, ἀσαφής, ἀγνώριστος, ἄδηλος.

Ἐπίσης, ὁ ἅγ.Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει νά μή μᾶς ἐνδιαφέρει ποῦ εἶναι ὁ τόπος τῆς κολάσεως ἀλλά τό πῶς θά τήν ἀποφύγουμε.
Πηγές:

    ἁγ. Νικοδήμου τοῦ ἁγιορείτου «Ἑρμηνεία εἰς τούς Ψαλμούς»
    Γ. Κωνσταντίνου «Λεξικόν τῶν Ἁγίων Γραφῶν»,
    Ν. Βασιλειάδη «Τό μυστήριον τοῦ θανάτου»,
    Ἀρχ/του Ἰωήλ Γιαννακοπούλου, ἑρμηνευτικά σχόλια σέ ὅλη τήν Παλαιά Διαθήκη.

Ἐρώτηση: Εἶναι κακό νά εἶσαι ἐθνικιστής, ὄχι μέ τήν ἔννοια τοῦ φανατισμοῦ πού φθάνει καί σέ ἀκρότητες;



Ἀπάντηση:
Πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα θά δώσουμε κάποιους ὁρισμούς τῶν λέξεων ἔθνος, ἐθνικισμός, πατριωτισμός καί ἐθνισμός γιά νά γίνει πιό κατανοητή ἡ ἀπάντηση. Στή συνέχεια πρέπει νά ποῦμε πώς στήν ἀπάντηση βοήθησαν ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή, ἀλλά καί κείμενα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ  Αἰτωλοῦ, τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, τοῦ γέροντα Παϊσίου, τοῦ Φώτη Κόντογλου, τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου ἐξ Οἰκονόμων καί τοῦ αἰδεσιμ. πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ.
Τὸ ἔθνος εἶναι μία ἀνθρώπινη κοινότητα συγγένειας καὶ εἰδικότερα μία ὁριοθετημένη, γεωγραφικὰ ἐκτεταμένη κοινότητα ποὺ διαθέτει χρονικὸ βάθος καὶ βασίζεται στὸ βιολογικὸ γεγονὸς τῆς γέννησης.
Ὁ ὅρος «ἔθνος», μαζὶ μὲ τὰ συνώνυμά του, ἀποφορτίζεται ἐκκλησιαστικὰ ἀπὸ τὸ παλαιὸ νόημά του καὶ ἀναφορτίζεται (=ἐνέργεια ποὺ χαρακτηρίζει ὅλη τή θεολογικὴ γλώσσα τοῦ Χριστιανισμοῦ) μὲ ἔννοια πνευματικὴ - πολιτιστική, στὰ ὅρια τῆς νέας ὑπαρξιακῆς καὶ ὑπαρκτικῆς γεννήσεως τῶν Χριστιανῶν (βλ. Ἰω. α΄,13: «οἳ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν»). Αὐτὴ ἡ νέα συνείδηση καὶ πραγματικότητα ἐκφράζεται στὴν Ἀποκάλυψη (κεφ. ε΄, 9-10): «...Ἄξιος εἶ λαβεῖν τὸ βιβλίον καὶ ἀνοῖξαι τάς σφραγίδας αὐτοῦ, ὅτι ἐσφάγης καὶ ἠγόρασας τῷ Θεῷ ἡμᾶς ἐν τῷ αἵματί σου ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης καὶ λαοῦ καὶ ἔθνους». Ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ, εἶναι ὁ νέος κόσμος, ἡ νέα «ἐν Χριστῷ» κοινωνία.
Ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἐν Χριστῷ κοινωνία, μὲ τὴ λατρεία της κυρίως, διασώζει, εἰς πεῖσμα τῆς πολιτικῆς καὶ διπλωματίας, τὴν ἑνότητα καὶ οἰκουμενικότητα τῆς Ρωμανίας / Βυζαντίου, μὲ ἑνωτικὸ σύνδεσμο τὴν ὀρθόδοξη πίστη.
Στήν Καινή Διαθήκη «ἔθνη» ἀποκαλοῦνται οἱ εἰδωλολάτρες - ἐθνικοί, οἱ μὴ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ μὴ χριστιανοί. Αὐτὸ ἐννοεῖ π.χ. ὁ Χριστὸς στὴν «ἐπὶ τοῦ ὄρους» ὁμιλία, λέγοντας: «πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ» (Ματθ. στ΄, 32). Τὴν ἴδια ἔννοια ἔχει καὶ ὁ λόγος γιὰ «ἕλληνες» στὸ Ἰω. ιβ΄, 20. Πρόκειται γιὰ «ἐθνικούς» (εἰδωλολάτρες) προσηλύτους. Αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ γιὰ τοὺς σημερινοὺς ἐθνικιστές, οἱ ὁποῖοι, στηριζόμενοι σὲ ἀνεπιστημονικὲς μυθοπλασίες, βλέπουν στὸ χωρίο αὐτὸ πράγματα ἄσχετα πρὸς τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια.
Ὁ Χριστὸς παραδόθηκε στὰ «ἔθνη» (=ἐθνικούς) (Ματθ. κ΄, 19). Ἡ ἐντολή του, ὅμως, μετὰ τὴν ἀνάστασή του εἶναι «πορευθέντες, μαθητεύσατε (=κάμετε μαθητὲς - χριστιανούς) πάντα τὰ ἔθνη» (=λαούς) (Ματθ. κη΄, 19). Σ' ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὁ ὅρος «ἔθνος» (ἢ «ἔθνη») ἔχει κυρίως πνευματικὴ - θρησκευτικὴ καὶ ὄχι φυλετικὴ σημασία. Σημαντικό, ὅμως, εἶναι, ὅτι ἤδη στὴν Κ.Δ. χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος «ἔθνος», πάλι μὲ πνευματικὴ ἔννοια, γιὰ νὰ δηλώσει δηλαδή τὸ σῶμα τῶν πιστῶν, τὸν «λαὸ τοῦ Θεοῦ», τὸ «ἔθνος ἅγιον» (Α' Πέτρ. β΄, 9). «Ἔθνος ἅγιον» καὶ «λαὸς τοῦ Θεοῦ» ταυτίζονται νοηματικὰ καὶ σημαίνουν τὸ «Σῶμα τοῦ Χριστοῦ», τὴν Ἐκκλησία, μὲ ὑπόβαθρο καθαρὰ ἀ-φυλετικό.
Ἔτσι, ὁδηγούμαστε στὸ Γαλ. γ΄, 27 , ὅπου ὁρίζεται ἀπὸ τὸν Ἀπ. Παῦλο, ὅτι οἱ βαπτισμένοι «εἰς Χριστόν» (=ὅσοι «πέθαναν» καὶ ἀναγεννήθηκαν στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ) ἔχουν ντυθεῖ τὸν Χριστὸ καί ἔτσι, «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος ἢ Ἕλλην». Μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχουν πιὰ διαφορὲς (φυλετικὲς - ταξικές), ἀφοῦ ἡ ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας ἑνώνει, ἐνῶ οἱ ὅποιες ἄλλες ἰδιότητες χωρίζουν. Ὅλα αὐτὰ ὅμως (ὅπως καὶ στὸ Κολ. γ΄, 11) σὲ πλαίσια καθαρὰ ὑπερεθνικὰ καὶ ἀφυλετικά. Οἱ πιστοὶ εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐξ ἄλλου δὲν εἶναι «προσωπολήπτης», ἀφοῦ «ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος αὐτὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστίν» (Πράξ. ι΄, 34). Ἡ πέτρεια ἔννοια «ἔθνος ἅγιον» ταυτίζεται μὲ τὸν παύλειο ὅρο «λαὸς Θεοῦ» (π.χ. Β' Κορ. στ΄, 16: «...καὶ ἔσομαι αὐτῶν θεὸς καὶ αὐτοὶ ἔσονται μοι λαός». Πρβλ. Α' Πέτρ. β΄, 9-10: «Ὑμεῖς δὲ γένος ἐκλεκτόν..., οἳ ποτὲ οὐ λαός, νῦν δὲ λαὸς Θεοῦ», ὅπου ὑπεισέρχεται καὶ ὁ ὅρος «γένος», δηλωτικός τῆς νέας πνευματικῆς καταγωγῆς ἀπὸ τὸν «δεύτερο Ἀδάμ» καὶ γενάρχη τῆς νέας ἀνθρωπότητας, τὸν Ἰησοῦ Χριστό).
Ὅλ' αὐτὰ τὰ χωρία, ποὺ ἐνδεικτικὰ ἀναφέρθηκαν, σχετίζονται μὲ τὸ νέο ἔθνος - γένος - λαό, τὸ «Σῶμα» τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δὲν ὑποκαθιστᾶ τὶς ὁποιεσδήποτε ἀνθρώπινες καὶ ἱστορικὲς σχέσεις, ἀφοῦ ἀνάγει σὲ μία νέα ὄχι μόνο ἐνδοϊστορική, ἀλλὰ συνάμα καὶ ὑπεριστορικὴ πραγματικότητα, σὲ ἕνα νέο Θεανθρώπινο κόσμο, ποὺ ἑνώνει τοὺς λαοὺς τῆς γῆς σὲ μία ἑνότητα, θεμελιωμένη στὴν ἄκτιστη «θεία Βασιλεία» (χάρη). Ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν χριστιανῶν τὸν 6ο αἰώνα «τρίτον γένος» (genus tertium) ἐνσαρκώνει τὴ νέα αὐτὴ συνείδηση καὶ τὴν ὑπέρβαση τῶν φυλετικῶν διαιρέσεων, ἀφοῦ οἱ «ἀναγεννημένοι» μέσα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ «κοιλία» τῆς Ἐκκλησίας, τὸ βαπτιστήριο (ἢ τὴν κολυμβήθρα), κληρονομοῦν ἀπὸ τὸν Χριστὸ μία νέα-διαφορετικὴ φύση, ποὺ καταργεῖ τὴν «πεσοῦσα» φύση τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ.
Αὐτὰ εἶναι τὰ θεμέλια τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας, ποὺ ἐνεργοποιοῦνται μὲ τὴν ἐνσωμάτωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν Ἐκκλησία. Οἱ ἱστορικὲς - ἐνδοκοσμικὲς σχέσεις δὲν ἀναιροῦνται, ἀλλὰ ὑπερβαίνονται καὶ ἱεραρχοῦνται. Ὁ Βαρνάβας, ἔτσι, καὶ ὡς ἀπόστολος καὶ συνεργάτης τοῦ Παύλου, χαρακτηρίζεται «Κύπριος τῷ γένει» (Πράξ. δ΄, 36), ὁ ἴδιος δὲ ὁ Παῦλος δὲν ἀποποιεῖται τὴν καταγωγὴ του (Γαλ. α΄, 13 ), ἀφοῦ ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, ὁ «πατήρ» τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Α΄ Ἰω. β΄, 23), «ἐποίησεν ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ παντὸς προσώπου τῆς γῆς, ὁρίσας... τάς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν» (Πράξ. ιζ΄, 25 ). Μὲ αὐτὰ δηλώνεται ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους λόγω τῆς κοινῆς ΟΛΩΝ καταγωγῆς («ἐξ ἑνός» αἵματος ἢ ἀνθρώπου) καὶ ἄρα τὸ ἀβάσιμο καὶ ἀντιχριστιανικό τοῦ φυλετισμοῦ.
Ἐθνικισμὸς (ἀγγλ. nationalism) εἶναι πολιτικὴ ἰδεολογία ποὺ ὑποστηρίζει μὲ πάθος τὴν ἰδέα τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας γιὰ μία συγκεκριμένη ὁμάδα ἀνθρώπων (ἔθνος), τὴ διατήρηση τῆς ταυτότητας αὐτῆς ἀλλά καὶ τῶν ξεχωριστῶν χαρακτηριστικῶν τῶν ἀτόμων πού  ἀποτελοῦν αὐτήν τήν ὁμάδα. Ἡ σημερινὴ χρήση τῆς λέξης Ἐθνικισμὸς ἀναφέρεται στὸν ἐθνικὸ, θρησκευτικὸ ἤ στρατιωτικό ἐθνικισμό. 
Ὁ ἐθνικισμὸς δὲν ἐπιδιώκει συμβιβασμούς. Ἐπιζητεῖ νὰ ἀπαλείψει τὶς ἰδιαιτερότητες καὶ τὶς περιπλοκὲς ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Προτάσσοντας ἕνα συστηματικό, ἀλλὰ ἐλάχιστα ἀνεκτικὸ καὶ γι᾿ αὐτὸ μὴ ρεαλιστικό κοσμοείδωλο, ἡ ἰδεολογία τοῦ ἐθνικισμοῦ εἶναι σχετικὰ καινούργια στὸ ἱστορικὸ προσκήνιο.
Ὁ ἐθνικισμὸς ὡς ἰδεολογία μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ νὰ ἐμφανίζεται μὲ διάφορες μορφές, εἴτε ὡς προοδευτικὴ καὶ ἀπελευθερωτικὴ δύναμη, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν ἐθνικὴ ἑνότητα καὶ ἀνεξαρτησία, εἴτε ὡς ἀνορθολογικὸ καὶ ἀντιδραστικὸ δόγμα, ποὺ ἐπιτρέπει στοὺς ἑκάστοτε ἡγέτες νὰ ἀκολουθοῦν πολιτικὲς στρατιωτικῆς παρέμβασης ἢ ἐπεκτατικοὺς πολέμους στὸ ὄνομα τοῦ ἔθνους.
πατριωτισμὸς ἀπό τήν ἄλλη μεριά, δὲν ἀρνεῖται τὶς διαφορετικὲς ἐπιδιώξεις ἐκ μέρους τῶν μελῶν ἑνὸς ἔθνους, οὔτε ἀπορρίπτει τὶς διαφορετικὲς ἀντιλήψεις περὶ ἔθνους, ὅπως κάνει συχνὰ ὁ ἐθνικισμός. Πράγματι, στὸ μέτρο ποὺ ὁ πατριωτισμὸς ἐκφράζει τὴν προσήλωση στὴν εὐημερία τῆς πατρίδας, μπορεῖ νὰ συντελέσει στὴ γεφύρωση τῶν διαφορετικῶν ἀπόψεων ποὺ ἐκφράζονται σχετικὰ μὲ τὰ καταστατικὰ στοιχεῖα ἑνὸς ἔθνους, μέσῳ λογικῶν διευθετήσεων μεταξὺ τῶν μελῶν οἱ ὁποῖες ὀφείλονται ἀκριβῶς στὸ ἐνδιαφέρον τους γιὰ τὴ συλλογικὴ εὐημερία.
Σύμφωνα μέ τόν πρωτ. Γεώργιο  Μεταλληνό οἱ ὅροι πατριωτισμὸς καὶ φιλοπατρία ἐκφράζουν κάτι σαφὲς καί, ὅπως πιστεύω, καθολικὰ δεκτό· τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα, ὡς τόπο τῆς στενότερης ἢ εὐρύτερης καταγωγῆς, κάτι ποὺ καταφάσκει καὶ ἡ ὀρθόδοξη παράδοση διὰ στόματος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θεολόγου (4ος αἰ.): «Μητέρα τιμᾶν τῶν ὁσίων (=εἶναι ἱερὸ νὰ τιμᾶ κανεὶς τὴ μητέρα του)· μήτηρ δὲ ἄλλη μὲν ἄλλου, κοινὴ δὲ πάντων (μήτηρ) πατρίς».
Πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ἡ διαφοροποίηση τοῦ ἐθνισμοῦ ἀπό τόν ἐθνικισμό. Ὁ μὲν πρῶτος ταυτίζεται μὲ τὸν «πατριωτισμό», ὁ δεύτερος ὅμως κρύβει τὴ νόσο τοῦ μισαλλόδοξου φανατισμοῦ, μὲ ὅλες τὶς εὐνόητες ταυτίσεις καὶ προεκτάσεις.
Γενικότερα, ὑπάρχει μία διαφορὰ μεταξὺ ἐθνικιστῶν καὶ πατριωτῶν. Οἱ ἐθνικιστὲς εἶναι ἐντελῶς ἀκραῖοι καὶ κολλημένοι σὲ γεγονότα τὰ ὁποῖα πλέον εἶναι παρελθόν. Οἱ διαμορφωμένες ὅμως ἱστορικὰ -καὶ μέσα στὴ δυναμική τῆς πτώσεως- «ἐθνότητες» καὶ οἱ ὁποιεσδήποτε ἀνάμεσά τους διαφορὲς - διακρίσεις δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ δημιουργὸ Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Αὐτὸ ἐκφράζει ὡς πανορθόδοξο βίωμα τὸ «κοντάκιο» τῆς Πεντηκοστῆς: «Ὅτε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρὸς τάς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε...». Ἡ Πεντηκοστή ἀντιπαρατίθεται σ' αὐτὸ τὸ γεγονὸς τῆς Βαβὲλ (Γεν. κεφ. ια΄). Στὸ πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς (Πράξ. β΄, 1 ) ζεῖ ἡ Ἐκκλησία, τὴν αὐθεντική της ἔκφραση, ὡς Ὀρθοδοξία. Γι᾿ αὐτό καί χωρὶς κανένα δισταγμὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀναφέρονταν -καὶ ἀναφέρονται- στοὺς ἁγίους τοῦ προφητικοῦ Ἰουδαϊσμοῦ (Ἠσαΐα, Μωυσῆ, Δαβίδ). Ὁ Ἕλληνας - Καππαδόκης ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης θὰ προβάλλει λ. χ. τὸν Μωυσῆ ὡς πρότυπο θεουμένου. Οἱ ἅγιοι Ἐφραὶμ καὶ Ἰσαάκ, καύχημα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἦσαν Σύροι. Σέμνωμα τῆς Ὀρθοδοξίας θεωροῦμε καὶ μεῖς, οἱ «ἐκ καταγωγῆς» Ἕλληνες, τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ ἢ τὸν ἅγιο Σάββα τὸν Σέρβο.
Οἱ αἱρετικοί, ὅμως, (π.χ. οἱ Ἀρειανοί), προετοιμάζοντας τὴν ἐμφάνιση τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ, στρέφονται «μονιστικά» στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες φιλοσόφους, ταυτιζόμενοι κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τοὺς σημερινοὺς ἐθνικιστὲς - ἀρχαιολάτρες, ποὺ ἀπορρίπτουν τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὡς «ἑβραϊκό»(!) βιβλίο καὶ τοὺς Ἁγίους της (Προφῆτες) ὡς «ἑβραίους».
Ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ὅμως τιμῶνται ὡς  ἅγιοι τῆς πίστεώς μας, ἰσόκυροι μὲ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Πατέρες μας α) οἱ Προφῆτες,  β) οἱ  ἅγιοι Μακκαβαῖοι παῖδες μαζὶ μὲ τὴν ἁγία μητέρα τους Σολομονὴ καὶ τὸ δάσκαλό τους Ἐλεάζαρ, διότι ἀκριβῶς τὰ κριτήρια τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν εἶναι ἐθνικιστικά, ἀλλὰ ὑπερεθνικά.
Ἡ αἵρεση πάντα θὰ ἀρνεῖται τὴν καθολικότητα καί, συνεπῶς, καὶ τὴν ὑπερεθνικότητα, κινούμενη σὲ πλαίσια σαφῶς φυλετικὰ καὶ ἐθνικιστικά.
 Ἡ Ὀρθόδοξη καθολικότητα εἶναι ἡ μήτρα, στὴν ὁποία κυοφορεῖται ἡ ὑπερεθνικότητα. Τὸ ὑπερεθνικό ὅμως στὴν Ὀρθοδοξία δὲν ἀναιρεῖ τὸ ἐθνικό. Δὲν εἶναι «ἀνεθνική» ἡ ὀρθόδοξη πίστη. Δὲν καταργεῖ τὸ ἐθνικὸ στοιχεῖο, ἀλλὰ καὶ δὲν τὸ ἀφήνει νὰ λειτουργεῖ διασπαστικά. Ὅπου καὶ ὅταν εἶναι ἀκμαῖο τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα, ἐκεῖ βιώνεται ἡ οἰκουμενικότητα καὶ ρωμαίικη παναδελφότητα· ὅπου ὅμως ἐπικρατεῖ ἡ ἐνδοκοσμικὴ προοπτικὴ καὶ ἐσχατολογία, ἐκεῖ κατισχύει ἡ ἐθνικότητα ὡς φυλετισμός.
Ἡ διαχρονικότητα αὐτῆς τῆς ὀρθόδοξης συνείδησης ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ δυὸ κείμενα, ποὺ ἀπέχουν μεταξὺ τους 16 αἰῶνες, τὴν Πρὸς Διόγνητο Ἐπιστολὴ (β' αἰ.) καὶ τὶς Διδαχὲς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (ιη' αἰ.). Στὸ πρῶτο κείμενο ὁρίζεται, ὅτι οἱ Χριστιανοὶ «πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ' ὡς πάροικοι· μετέχουσι πάντων ὡς πολῖται, καὶ πάνθ' ὑπομένουσιν ὡς ξένοι- πᾶσα ξένη πατρὶς ἐστὶν αὐτῶν καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη». Δὲν παύουν δηλαδή νὰ εἶναι «πολῖτες» (καὶ πατριῶτες), ἀλλὰ δὲν δένονται μὲ τὴν προσωρινότητα τοῦ κόσμου. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἐκφράζει καὶ ὁ Πατροκοσμᾶς: «ἡ πατρίδα μου ἡ ψεύτικη, ἡ γήινη καὶ μάταια, εἶναι ἀπὸ τοῦ Ἁγίου Ἄρτης καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Ἀποκούρου... Ἠμεῖς, Χριστιανοί μου, δὲν ἔχομεν ἐδῶ πατρίδα. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Θεός μᾶς ἔβαλεν τὸν νοῦν εἰς τὸ ἐπάνω μέρος, διὰ νὰ στοχαζώμεθα πάντοτε τὴν οὐράνιον βασιλείαν, τὴν ἀληθινὴν πατρίδα μας». Ἔτσι σκέπτονται οἱ αὐθεντικὰ ὀρθόδοξοι, δηλ. οἱ Ἅγιοι. Ἡ σκέψη δὲ αὐτὴ δὲν εἶναι προφανῶς ἐθνικιστική, ἀλλὰ οὔτε καὶ διεθνιστική. Διότι, ὅπως ἐλέχθη, δὲν καταργεῖται ὁ ἐθνισμὸς καὶ ἡ ἐθνότητα, ἀλλὰ ἱεραρχεῖται στὸ «πραγματικό», ποὺ εἶναι τὸ αἰώνιο. Καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ κατηγορήσει τὸν Πατροκοσμὰ γιὰ «ἐθνικὴ μειοδοσία»!
Βεβαίως ὁ «φυλετισμός» (ρατσιστικὸς ἐθνικισμός) καταδικάσθηκε συνοδικὰ στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1872, μὲ ἀφορμὴ τὶς πρῶτες ἐκρηκτικὲς ἐκφάνσεις τοῦ ἐθνικισμοῦ στὴ Βαλκανική, τὸ πραξικοπηματικὸ Ἑλλαδικὸ αὐτοκέφαλο (1833) καὶ τὴ Βουλγαρικὴ Ἐξαρχία (1870). Πρέπει δὲ νὰ λεχθεῖ στὴ συνάφεια αὐτή, ὅτι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, κινούμενοι στὸ σύνδρομο τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ, καταλύσαμε πρῶτοι τὴν ὑπερεθνικὴ παράδοση τῆς Ρωμηοσύνης, οἱ πολιτικὲς δὲ Ἡγεσίες τῶν ὀρθοδόξων ἐθνῶν τῆς Βαλκανικῆς ἀκολουθοῦν μὲ σχολαστικὴ ἀκρίβεια ὅλες τὶς πολιτειοκρατικὲς αὐθαιρεσίες τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, χρησιμοποιώντας τες μόνιμα ὡς προηγούμενο. Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ λαμβάνεται σοβαρὰ ὑπόψη, ὅταν διαμαρτυρόμαστε γιὰ συμπεριφορές, ὅπως αὐτὴ τοῦ Μπερίσα, ἔναντι τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου τῆς Ἀλβανίας...
Ἡ Σύνοδος τοῦ 1872 ἀντιμετώπισε τὸν ἐθνοφυλετισμὸ (ἐθνικισμό) ὡς αἵρεση. Ὁ φυλετισμὸς χαρακτηρίζεται ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ὡς προβολὴ τῆς φυλῆς καὶ τοῦ ἔθνους εἰς βάρος τῆς πίστεως, μὲ συνέπεια τὴ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ κείμενο εἶναι σαφές: καταδικάζει τὶς φυλετικὲς διακρίσεις καὶ ἐθνικὲς ἔριδες καὶ τὶς διχοστασίες, ποὺ ἀναιροῦν τὴν «ἑνότητα τῆς πίστεως». Ὁ φυλετισμὸς (ἐθνικισμός) καταδικάζεται ὡς «καινὴ δόξα», «ξένος» πρὸς τὴν ὀρθόδοξη παράδοση καὶ «νεωτερικὴ λύμη».
Ἔχει μεγάλη σημασία, ὅτι τὴ συνοδικὴ ἀπόφαση τοῦ 1872 ὑπέγραψαν καὶ πρώην Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχες, ἀλλὰ καὶ οἱ Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιος καὶ Ἀντιοχείας Ἰερόθεος καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Σωφρόνιος. Ὁπότε τὸ κείμενο ἔλαβε πανορθόδοξη σημασία.
Ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει Χριστοκεντρικὸ φρόνημα καὶ συνείδηση, ποὺ ἐνσαρκώνεται σὲ τρόπο ζωῆς, καὶ μόνο μέσα στὰ ὅρια αὐτὰ τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας μπορεῖ νὰ παραμείνει δύναμη ἑνοποιητικὴ καὶ νὰ ἀναπτύξει τὴν ἑνωτικὴ δυναμική της.
Μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ διὰ τῆς Ὀρθοδοξίας ζοῦν ἡ Ρωμανία καὶ ἡ ἑνότητά της. Γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ μὲ τὴ συμμετοχὴ στὴν Εὐχαριστιακὴ σύναξη καὶ σύνολη τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας πραγματώνεται ἡ ὑπερεθνικὴ ἑνότητά μας στὰ ὅρια τῆς «κατὰ Θεὸν πατρίδος». Χωρὶς πατερικὸ φρόνημα καὶ ἐμπειρία, κάθε λόγος γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία εἶναι ἁπλὴ πολιτικὴ καὶ γι' αὐτὸ δὲν πείθει τοὺς Ὀρθοδόξους.
Ὅπως, ὅμως, ἀποδεικνύουν τὰ πράγματα, δὲν ἐργάζονται μόνο οἱ ἀρχαιόπληκτοι ἐθνικιστὲς ἐναντίον τοῦ ἀληθινοῦ πατριωτισμοῦ - ἐθνισμοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἀθεράπευτα εὐρωπαϊστές. Ἐνῶ ὅλο τὸν 19ο καὶ 20ό αἰώνα ἡ Εὐρώπη καλλιεργοῦσε τὴν ἐθνι(κιστι)κὴ ὑστερία στὰ Βαλκάνια, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἔχει εὔχρηστα προτεκτοράτα, σήμερα, μέσα στὴν προοπτική τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης, χρησιμοποιώντας ὡς ὄργανα κάποιους κονδυλοφόρους τοῦ δημοσιογραφικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐπιστημονικοῦ χώρου, ἐπιδιώκει νὰ ἀμβλύνει, ὥσπου νὰ τὸ νεκρώσει, τὸ ἐθνικό-πατριωτικὸ φρόνημα, ἐνῶ κύκλοι της ἐμμένουν πεισματικὰ στὸν ἐθνικισμὸ - ρατσισμό τους.
Εἶναι ἀνάγκη, συνεπῶς, νὰ συνειδητοποιήσουν καὶ οἱ Ἕλληνες «ἐθνικιστές», ὅτι μὲ τὴν τακτική τους συμπλέουν, τελικά, μὲ τὸν εὐρωπαϊκὸ ἐθνικισμὸ - ρατσισμό, δολοφονώντας τὸν αὐθεντικὸ πατριωτισμό, ποὺ θεμελιώνεται μόνο στὴν ἄδολη φιλανθρωπία τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων μας. Παράλληλα, ὅμως, βλάπτουν καὶ τὴν ὑπερεθνικὴ ρωμαίικη ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μὲ τὴν ὑποτίμηση τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων μας, μὲ τὴν «ἐθνικοποίησή» της, δηλαδὴ τὴ διαστρέβλωση τῆς κατ' ἐξοχὴν ἑνοποιητικῆς μας δύναμης στοὺς δύσκολους καιρούς μας. Τελικὰ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὁ ἐθνικισμός δὲν ἀποβαίνει ἀρνητικὴ δύναμη μόνο γιὰ τὴν πίστη καὶ τήν παράδοσή μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἴδιο τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖο διατείνεται ὅτι θέλει νὰ προφυλάξει.
Ὁ γέροντας Παΐσιος  ἐπιβεβαιώνει συχνά στούς λόγους του τήν ἰδιαίτερη ἀγάπη πού ὀφείλουμε νά ἔχουμε πρός τήν πατρίδα μας, χωρίς φανατισμό καί βία. Μετά ἀπό σχετική ἔρευνα συλλέξαμε ἐνδεικτικά τά παρακάτω:
«...Χρειάζεται διάκριση. Εἶναι φορές πού δέν πρέπει νά μιλήσουμε καί ἄλλες φορές πού πρέπει νά ὁμολογοῦμε μέ παρρησία τό «πιστεύω» μας, γιατί φέρουμε εὐθύνη, ἄν δέν μιλήσουμε...Ἄν δέν ἀντιδράσουμε, θά σηκωθοῦν οἱ πρόγονοί μας ἀπό τούς τάφους.Ἐκεῖνοι ὑπέφεραν τόσα γιά τήν πατρίδα καί ἐμεῖς τί κάνουμε γι᾿ αὐτήν; Ἡ Ἑλλάδα, ἡ Ὀρθοδοξία, μέ τήν παράδοσή της, τούς Ἁγίους καί τούς ἥρωές της, νά πολεμεῖται ἀπό τούς ἴδιους τούς Ἕλληνες καί ἐμεῖς νἀ μή μιλᾶμε! Εἶναι φοβερό!...Ἄν οἱ Χριστιανοί δέν ὁμολογήσουν, δέν ἀντιδράσουν, αὐτοί θά κάνουν χειρότερα. ...Ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν μιλάει, γιά νά μήν ἔρθει σέ ρήξη μέ τό κράτος, ἄν οἱ μητροπολῖτες δέν μιλοῦν, γιά νά τά ἔχουν καλά μέ ὅλους, γιατί τούς βοηθοῦν στά ἱδρύματα,...οἱ Ἁγιορεῖτες πάλι ἄν δέν μιλοῦν, γιά νά μήν τούς κόψουν τά ἐπιδόματα,...ἄν οἱ καθηγητές τῆς Θεολογίας δέν φωνάζουν γιατί εἶναι ὑπάλληλοι καί θά χάσουν τό μισθό τους, τότε ποιός θά μιλήσει;
Παλιά τό ἔθνος μας ζοῦσε πνευματικά, γι᾿ αὐτό καί ὁ Θεός τό εὐλογοῦσε καί οἱ Ἅγιοι μᾶς βοηθοῦσαν καί νικούσαμε τούς ἐχθρούς μας. Σήμερα λέμε πώς εἴμαστε Ὀρθόδοξοι, ἀλλά δυστυχῶς συχνά μόνο τό ὄνομα «Ὀρθόδοξος» ἔχουμε καί ὄχι ὀρθόδοξη ζωή.
Νά προσεύχεσθε νά ἀναδείξει ὁ Θεός πνευματικούς ἀνθρώπους, Μακκαβαίους, γιατί ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη. Οἱ Μακκαβαῖοι διακρίθηκαν γιά τούς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς πατρώας πίστεως καί τῆς ἐλευθερίας.
Ὅσο μπορεῖ κανείς, νά γίνει σωστός Χριστιανός. Τότε θά ἔχει πνευματικό αἰσθητήριο. Λίγο πολύ θά πονάει καί τήν Ὀρθοδοξία καί τήν Πατρίδα του καί θά αἰσθάνεται καί τήν ὑποχρέωση πού ἔχει ὡς Ἕλληνας. Ὁπότε ἀπό κεῖ καί πέρα ἄν μάθει κάτι, ἐνδιαφέρεται, ἀνησυχεῖ, προσεύχεται. Ἀλλά ἄν πρέπει νά τοῦ λένε : «Τώρα νά ἐνδιαφερθεῖς γι᾿ αὐτό, ὕστερα νά ἐνδιαφερθεῖς γιά ἐκεῖνο», θά εἶναι σά μιά τετράγωνη ρόδα πού θέλει συνέχεια σπρώξιμο, γιά νά προχωρήσει. Σκοπός εἶναι νά σπρώχνεται ἀπό μέσα ὁ ἄνθρωπος. Τότε θά κυλᾶ ὄμορφα σά στρόγγυλη ρόδα. Καί τότε ὁ Θεός τόν πληροφορεῖ πιό πολύ καί ἀπό αὐτόν πού διαβάζει, καί γιά περισσότερα πράγματα. Γνωρίζει ὄχι μόνο αὐτά πού γράφουν, ἀλλά καί αὐτά πού σκέφτονται νά γράψουν. Καταλάβατε; Ἔρχεται ὁ θεῖος φωτισμός καί ὅλες οἱ ἐνέργειές του εἶναι φωτισμένες.
...Ἐμεῖς, τό μικρό αὐτό ἔθνος, πιστέψαμε στόν Μεσσία, μᾶς δόθηκε ἡ εὐλογία νά διαφωτίσουμε ὅλον τόν κόσμο. ...Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί τί τράβηξαν! Κινδύνευε συνέχεια ἡ ζωή τους. Τώρα τί ἀδιαφορία ὑπάρχει!...Ἄν σήμερα ἔχουμε λιγάκι εἰρήνη, ξέρεις τί ἔχουν τραβήξει οἱ παλιοί; Ξέρεις πόσοι θυσιάσθηκαν;...Καί κάνω μιά σύγκριση· πῶς τότε ἐνῶ κινδύνευε ἡ ζωή τους κρατοῦσαν τήν πίστη τους καί πῶς τώρα χωρίς καμιά πίεση ὅλα τά ἰσοπεδώνουν! Ὅσοι δέν ἔχουν χάσει τήν ἐθνική τους ἐλευθερία δέν καταλαβαίνουν....Τήν Ὀρθοδοξία μας σάν Ἕλληνες τήν ὀφείλουμε στόν Χριστό καί τούς ἁγίους Μάρτυρες καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας·καί τήν ἐλευθερία μας τήν ὀφείλουμε στούς ἥρωες τῆς πατρίδας μας, πού ἔχυσαν τό αἷμα τους γιά μᾶς. Αὐτήν τήν ἁγία κληρονομιά ὀφείλουμε νά τήν τιμήσουμε καί νά την διατηρήσουμε καί ὄχι νά τήν ἐξαφανίσουμε στίς μέρες μας.Εἶναι κρῖμα νά χαθεῖ ἕνα τέτοιο ἔθνος!»
Ἐκτός ἀπό τόν γέροντα Παΐσιο ὁ Φώτης Κόντογλου γράφει τά ἑξῆς καταπληκτικά: «...  Δέν εἶναι μονάχα ἡ ἐξυπνάδα ἀλλά προπάντων ἡ φλόγα τῆς καρδιᾶς καί κάποια ἰδιαίτερη σεμνή καρτερία τῆς ψυχῆς πού δέν βρίσκεται σέ κανένα λαό. ...Ἡ ψυχή τῆς Ἑλλάδας σέ ὅ, τι κάνει, ἔχει μιά ἰδιαίτερη μοσχοβολιά πνευματικῆς ἁγνότητας, πού δέν ἔχει κανένας ἄλλος....Αὐτό τό ἦθος, αὐτή ἡ φυσική οὐσία πού μᾶς δώρισε ὁ Θεός, εἶναι στολισμένη μέ κάποιες μυστηριώδεις χάρες, πού ἁγιάζουν τόν πόνο, ἡμερεύουν τόν θάνατο, νοστιμεύουν τό καθετί πού δημιουργοῦμε, μ᾿ ἕναν λόγο κάνουμε τήν ἔρημο ν᾿ ἀνθίσει. Κι᾿ αὐτά ὅλα μεταδίδονται ἀπό γενεά σέ γενεά μέσα ἀπό τό αἷμα, μά πιό πολύ μέ κάποια ἱερή καί καταπληκτική λειτουργία πού λέγεται ἑλληνική παράδοση!...Λοιπόν αὐτή τήν ἁγιασμένη κιβωτό, αὐτή τήν ἀτίμητη παράδοση, φυλάξετέ την μέ κάθε τρόπο. Γιατί χωρίς αὐτήν, ἡ Ἑλλάδα εἶναι κορμί χωρίς ψυχή, λουλούδι χωρίς μυρωδιά, κοπέλα χωρίς ὀμορφιά....
Τό σημαντικότερο ὅμως καί διδακτικότερο ἀπ᾿ ὅλα εἶναι ὅτι καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός πονάει γιά τήν πατρίδα του:
Ἱερουσαλήμ,  Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτείνουσα τούς Προφήτας, καί λιθοβολοῦσα τούς ἀπεσταλμένους πρός αὐτήν· ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τά τέκνα σου, ὅν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τά νοσσία ἑαυτῆς ὑπό τάς πτέρυγας, καί οὐκ ἠθελήσατε; ἰδού ἀφίεται ὑμῖν, ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος (Ματθ. κγ΄, 36)
Τά λόγια αὐτά δείχνουν ὄχι μόνο πώς ὁ Χριστός λυπᾶται καί συμπαθεῖ τήν Ἱερουσαλήμ, παρά τό ὅτι τήν κατηγορεῖ  ὡς φονεύτρια, μή θέλουσα τό ἔλεός Του, ἀφοῦ πίστεψε στόν διάβολο ὁ ὁποῖος καί τήν διασκορπίζει, ἀλλά καί πώς ἐνδιαφέρεται καί γιά τίς γήϊνες πατρίδες. Θά μποροῦσε δηλαδή νά μήν ἦταν τόσο ἀφοσιωμένος στήν Ἱερουσαλήμ, ἀλλά νά ἔδειχνε τή στενοχώρια του γενικότερα γιά κάθε ἄνθρωπο πού δέν θέλει ταπεινά νά Τόν ἀποδεχθεῖ καί νά Τόν ὑπακούσει.
 Ἑπομένως μᾶς διδάσκει ἔμμεσα πώς ἔχουν σημασία καί τά γεωγραφικά ὅρια μεταξύ τῶν λαῶν, ἀκόμη κι᾿ ἄν ἔχουν θεσμοθετηθεῖ μετά τήν πτώση. Δέν εἶναι τυχαῖο ἐξάλλου πώς ἀκόμη καί ὁ κτιστός ἀπό τόν Θεό Παράδεισος ἔχει ὅρια τούς τέσσερις ποταμούς: Φισῶν, Γεῶν, Τίγρης, Εὐφράτης (Γένεση β΄,  10-14). Γνωρίζουμε λοιπὸν ὅτι ὁ Παράδεισος βρισκόταν κάπου γύρω στὴ Μεσοποταμία. 
Μέσα ἀπό ἕναν διάλογο μεταξύ τοῦ  ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς καί  τοῦ Μητροπολίτη Κιέβου Ἀντωνίου Χραποβίτσκυ, προκύπτει ὅτι ὁ εὐαγγελικὸς πατριωτισμὸς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ θεωρεῖται ἡ μεγαλύτερη ἀξία κάθε ἔθνους καὶ ἡ μοναδικὴ πραγματικὴ αἰτία τῆς ὕπαρξής του. Γιατί «τί μπορεῖ νὰ πάρει τὴ θέση τοῦ Χριστοῦ γιὰ ἕνα ἔθνος;» Μπορεῖ ἡ ἀσήμαντη ὕπαρξη μίας κυβέρνησης, ποὺ στερεῖται ὁποιουδήποτε λογικοῦ νοήματος ἂν βασίζεται μόνο στὴν ἐθνικὴ φιλαυτία καὶ πού ἀποξενώνεται ἀπὸ τόν θρησκευτικό τρόπο ζωῆς, νὰ πάρει πραγματικὰ ἐκείνη τὴ θέση; Ἕνα τέτοιο ἔθνος δὲν εἶναι στὴν πραγματικότητα ἕνα ἔθνος, ἀλλὰ ἕνα πτῶμα σὲ ἀποσύνθεση(!), ἔστω κι’ ἂν θεωρεῖ τὴ φθορά του σὰν ζωή. Στὴν πραγματικότητα, δὲν ἔχει καθόλου ζωὴ ἀλλὰ μέσα του καὶ πάνω του ζοῦν μόνο τυφλοπόντικες καὶ σκουλήκια καὶ ἀποκρουστικὰ ἔντομα καὶ ποὺ ἐπιχαίρουν γιατί τὸ σῶμα ἔχει πεθάνει καὶ ἀποσυντίθεται, μιά καὶ σ’ ἕνα ζωντανὸ σῶμα δὲν θά ᾿βρισκαν κάτι γιὰ νὰ ἐπιζήσουν καὶ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἱκανοποιήσουν τὴ λαιμαργία τους.
Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ κάθε προσώπου ξεχωριστά, εἶναι τὸ ἴδιο ἐπίσης σημαντικὸ γιὰ τὴ συλλογικὴ πνευματικὴ ζωὴ ἑνὸς λαοῦ. Οἱ ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι οἱ ἴδιες καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις, δηλαδὴ καὶ στὴν ἀτομικὴ καὶ στὴν ἐθνικὴ ζωή. Γι’ αὐτό, ὁ ἅγιος Μητροπολίτης συμβουλεύει καὶ κηρύσσει: «ὅπως ἡ ἰδιαίτερη προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου πνίγεται στὴν ἀνάπτυξή της καὶ γίνεται ἄδεια καὶ ρηχή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος κάνει τὸν ἑαυτὸ του τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐνέργειάς του, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἡ συλλογικὴ προσωπικότητα ἑνὸς ἔθνους ἐπιτυγχάνει τὴν πλήρη ἀνάπτυξη τῶν χαρισμάτων του μόνον, ὅταν δὲν εἶναι ἕνας αὐτοσκοπὸς γιὰ τὸν ἑαυτὸ του ἀλλὰ μᾶλλον ἕνα μέσο γιὰ τὴν ἀνιδιοτελῆ ἐκπλήρωση τοῦ θείου προορισμοῦ του».
... Τὰ ἔθνη παρέρχονται, τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι αἰώνιο. Μόνο ἐφ’ ὅσον ἕνα ἔθνος πληροῦται μὲ τὴν αἰώνια εὐαγγελικὴ ἀλήθεια καὶ δικαιοσύνη, τότε μόνον ἀληθινὰ ὑπάρχει καὶ γίνεται τὸ ἴδιο καὶ παραμένει αἰώνιο. Μόνο ἕνας τέτοιος πατριωτισμὸς μπορεῖ νὰ βρεῖ δικαίωση ἀπὸ εὐαγγελικὴ σκοπιά.
Αὐτὸς εἶναι ὁ πατριωτισμὸς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν ἁγίων μαρτύρων καὶ τῶν ἁγίων πατέρων. Ὅταν ὁ διώκτης τύραννος ἐρώτησε τοὺς ἁγίους μάρτυρες Ἀκίνδυνο, Πηγάσιο καὶ Ἀνεμπόδιστο, ἀπὸ ποῦ κατάγονταν, αὐτοὶ ἀπάντησαν: «Μᾶς ρωτᾶς Αὐτοκράτορα, γιὰ τὴν πατρίδα μας; Ἡ πατρίδα μας καὶ ἡ ζωή μας εἶναι ἡ Παναγία, ὁμοούσιος καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα: Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ ἕνας Θεός».
Ὁ μακάριος Μητροπολίτης Ἀντώνιος εἶναι ὁ πιὸ προικισμένος σύγχρονος ἐκπρόσωπος τοῦ Ρωσσικοῦ Ὀρθόδοξου ἐθνικισμοῦ, ἑνὸς ἐθνικισμοῦ ποὺ εἶναι καθαγιασμένος καὶ φωτισμένος ἀπὸ τὸν Χριστὸ· ἕνας ἐθνικισμός, βάσει τοῦ ὁποίου, ὁ ἰσχυρὸς πρέπει νὰ ὑπηρετεῖ τὸν ἀδύνατο, ὁ σοφὸς τὸν ἄσοφο, ὁ ταπεινὸς τὸν ὑπερήφανο, ὁ πρῶτος τὸν ἔσχατο. Θρεμμένος μὲ τὸν πατερικὸ Ὀρθόδοξο καθολικὸ πατριωτισμό, ὁ μακάριος ἐπίσκοπος μπορεῖ μόνο νὰ ἀξιολογηθεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια ἀποστολικὴ πατερικὴ προοπτική. Μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε γι’ αὐτόν, αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης γιὰ τὸν ἀδελφό του, Ἅγιο Βασίλειο, ὅταν κοιμήθηκε. «Ποῦ βρίσκεται ἡ εὐγενὴς καταγωγὴ τοῦ Βασιλείου; Ποῦ εἶναι ἡ πατρίδα του; Ἡ καταγωγὴ του εἶναι ἡ σχέση του μὲ τὴ Θεότητα καὶ ἡ πατρίδα του ἡ ἀρετή».
Ταιριαστά εἶναι τά λόγια τοῦ Κωνσταντίνου Οκονόμου το ξ Οκονόμων (1780-1857):
Λέγω πρῶτον, ὅτι χρεωστεῖς χριστιανέ, καθὼς χριστιανὸς, νὰ ἀγαπᾶς καὶ νὰ εὐεργετῇς τὴν Πατρίδα. Σ προστάζει θεος νόμος «γαπήσεις τν πλησίον ς σεαυτόν». Πλησίον σου εναι βέβαια πς νθρωπος, λλ ποῖος δύναται ν εναι πλησιέστερός σου παρ τος συγγενεῖς, κα μοπίστους κα συμπολῖτας σου; Οτοι εναι δελφοί σου, οτινες συγκατοικοῦσι μετά σοῦ ες μίαν κα τν ατν χώραν, σν ες μίαν κα τν ατν οκίαν οτοι χουσι τν ατν μέ ἐσένα πατέρα τν Θεν, τν ατν μέ ἐσένα μητέρα, τν κκλησίαν, τ ατ γενέθλιον δαφος, κα τάς ατάς τροφάς, τος ατος νόμους, τος ατος ρχοντας κα ποιμένας κα διδασκάλους, τάς ατάς πρς σ κοινάς κα πανηγύρεις κα πολαύσεις, κα λύπας κα χαράς· σον λοιπν ελικρινέστερον γαπς τος συμπατριώτας κα τν Πα­τρίδα, τόσον βεβαιότερον ἐκπληρώνεις τν νόμον το Θεο. Καὶ πάλιν ἐξ ἐναντίας, ὅσον ἀμελεῖς καὶ προδίδεις πολλάκις τῆς Πατρίδος τὰ συμφέροντα, τόσον ἐξελέγχεσαι παρα­βάτης τοῦ θείου νόμου, καὶ τοῦ πλησίον σου ἐχθρός, χειρότερος ἀπίστου- «εἰ τὶς τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται, καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων».

Ἐρώτηση: Προβληματισμός περί ἁγιότητος ἤ μή τοῦ Παπουλάκου.


Χριστός Ἀνέστη!
Θά ἤθελα νά σᾶς γνωστοποιήσω τήν ἔκπληξή μου ὅταν εἶδα νά προβάλλετε τήν ἡμερίδα γιά τόν Παπουλάκο.
Ἡ ἔκπληξη προέρχεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὑπάρχουν εἰς βάρος του τρεῖς Ἐγκύκλιοι τῆς Ι. Συνόδου, τῆς 15ης καί 26ης Μαίου 1852 καί τῆς 9ης Ἰουνίου 1852, διά τῶν ὁποίων οὗτος καταγγέλλεται εἰς τό Ἑλληνικόν λαόν, ὡς «λήρους ἀσέμνους καί σκανδαλώδεις ἐξερευγόμενος καί ψευδοπροφητείας περί ἐπικείμενον σεισμόν». Αἵ Ἐγκύκλοι αὐταί τῆς Ι. Συνόδου ὑφίστανται ἀκόμη καί δέν ἔχουν ἀνακληθῆ.
Ὡς πιστός λοιπόν προβληματίζομαι. Ἤ θά πρέπει ἡ Ι.Σ. νά πεισθεῖ ὅτι λάθεψε καί πρόκειται περί ἁγίου καί νά ἀνακαλέσει τίς ἐγκυκλίους ἤ θά πρέπει νά παύσει ἡ προβολή τοῦ Παπουλάκου ὡς ἁγίου.
Τήν εὐχή σας.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ἀγαπητέ μας φίλε,
Θά βοηθοῦσε στίς ἀπορίες καί στήν ἀναζήτησή μας τό ἄρθρο τοῦ π. Νεκταρίου Πέττα στό ἱστολόγιο τῆς Ἑνωμένης Ρωμηοσύνης γιά τόν Ὅσιο Χριστοφόρο Παπουλάκο. Ἐκεῖ θά δεῖτε ὅτι ὑπῆρχε Ἐγκύκλιος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πού ἀρχικά τόν ἐπαινοῦσε. Στή συνέχεια ἡ ἐκ πέντε ἀρχιερέων Σύνοδος πιεζόμενη ἀπό τό ἄθεο βαυαρικό κράτος ἐξέδωσε καταδικαστικές ἐγκυκλίους. Νά καί ἀπόσπασμα τοῦ ἄρθρου τοῦ π. Νεκταρίου:
"Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀρχικά προτείνει νά τόν ἀφήσουν ἐλεύθερο, διαπιστώνοντας: «ὅτι ὅπου ἂν ἀπῆλθε, κηρύξας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἀγυρτίαν, οὔτε ἰδιοτέλειάν τινα ἐφάνη μετελθών, ἀλλ' ἀφιλοκερδής ὤν, καὶ ἀκτήμων, καὶ ὡς ὁ ὑπὸ ἁπλοῦς ἁπλούστατος τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ κηρύξας, συνέστειλε καὶ παντελῶς ἔπαυσε διὰ τῆς διδασκαλίας του τὴν ζωοκλοπήν, τήν δενδροκοπίαν, τὴν ψευδορκίαν κ.τ.λ. καί ... θεωρεῖ αὐτὸν τῆς κατ' αὐτοῦ γενομένης κατηγορίας Ἀθῶον». Ὡστόσο οἱ ἰσχυροί φοβοῦνται καί πιέζουν τήν Ἱ. Σύνοδο νά ἐκδώσει ἀργότερα ἀπαγορευτική ἐγκύκλιο γιά τά κηρύγματά του".
Ἀγαπητέ ἀδελφέ, κάθε ἀπόφαση μιᾶς τοπικῆς Συνόδου δέν εἶναι καί ἀλάθητη! Μήν ξεχνοῦμε τήν ἀπόφαση ΄τῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας μέ τήν ὁποία ἐδιώχθη ὁ ἅγιος Νεκτάριος καί τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τόν 10ο αἰώνα μέ τήν ὁποία ἐξωρίσθηκε ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Ν. Θεολόγος! Τό τελικό κριτήριο-ἀποδεικνύεται συνεχῶς-τό ἔχει τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, κάτι πού τό ἀναγνωρίζει καί ἡ ἐπιστολή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἡ ὁποία περιλαμβάνεται στήν ἐργασία τοῦ π. Νεκταρίου.

Στήν ἀπάντηση τοῦ ἐρωτήματός μου «Πῶς πρέπει νὰ ἐνεργοῦν οἱ χριστιανοὶ σὲ καιρὸ πολέμου;» ...


Ἐρώτηση:
Στήν ἀπάντηση τοῦ ἐρωτήματός μου «Πῶς πρέπει νὰ ἐνεργοῦν οἱ χριστιανοὶ σὲ καιρὸ πολέμου;» ἡ ὁποία δόθηκε στήν ἱστοσελίδα σας, λέει στόν ἐπίλογο « Ὡστόσο δέν ἀμφισβητεῖ κανείς θαυμαστές ἐξαιρέσεις θεϊκῶν ἐπεμβάσεων ὅπου πράγματι ἅγιοι ἄνθρωποι μέ τήν προσευχή τους πρός τόν Χριστό, τήν Παναγία ἤ τούς ἁγίους ἀκινητοποίησαν, κοκκάλωσαν μοχθηρούς ἀνθρώπους πού ἑτοιμάζονταν νά διαπράξουν ἐγκληματικές πράξεις. Αὐτό δέν ἀναιρεῖ τά παραπάνω».
Ξέρετε τέτοια περιστατικά;
Ἀπάντηση:
Κατ᾿ ἀρχήν ἡ θεία Χάρις πού κατοικε στόν σω νθρωπο μπορε νά ἐνεργεῖ μέ τό λόγο ἤ μέ τήν κίνηση (σχῆμα Σταυροῦ ὅπως ἔκανε ὁ ἅγ.Συμεών ὁ διά Χριστόν Σαλός) ἤ μέ τή σκιά ἀκόμη (ἀπ. Πέτρος).
Ἡ ἔμφαση ὅμως πρέπει νά δίνεται στήν ἐσωτερική στάση καί ὄχι στή ματιά. Παρά ταῦτα παραθέτουμε μερικά ἐνδεικτικά περιστατικά :
1) Ἀναφέρεται στόν βίο τοῦ ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκη ὅτι ὅταν κάποτε πῆγαν τρεῖς ληστές γιά νά τόν κλέψουν στό κελλί του, οἱ μέν δύο κλέφτες κάθισαν ἀπ᾿ ἔξω, ὁ δέ τρίτος, ἀφοῦ μπῆκε ἀπό τό παράθυρο, ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του καί πέρασε τό ἕνα του πόδι μέσα. Ὁ πατήρ Ἀρσένιος ἐκείνη τήν ὥρα διάβαζε τή νυκτερινή του ἀκολουθία καί, ὅταν ἄκουσε θόρυβο, ἔριξε μιά ματιά πρός τήν πόρτα, τή στιγμή ἀκριβῶς πού περνοῦσε τό ἕνα του πόδι ὁ ληστής μέσα στό κελλί του.
Ἐκείνη ἡ ματιά τοῦ πατρός Ἀρσενίου, λές καί ἦταν δυνατό ἠλεκτρικό ρεῦμα, τόν κοκκάλωσε, ὅπως βρισκόταν μέ τό ἕνα πόδι μέσα καί μέ τό ἄλλο ἀπ᾿ ἔξω καί ὁπλισμένο μέ τά μαχαίρια καί τά φυσεκλίκια του. Ὁ πατήρ μετά τή ματιά ἐκείνη, συνέχισε τήν ἀκολουθία του ἀτάραχος. Οἱ ἄλλοι δύο ὅμως ληστές πού ἦταν ἀπ᾿ ἔξω ἀνησύχησαν γιατί ἄργησε καί μπῆκαν καί αὐτοί. Ὅταν εἶδαν τόν σύντροφό τους ἀκίνητο τούς ἔπιασε τρόμος. Παρακάλεσαν τότε τόν πατέρα Ἀρσένιο νά τούς συγχωρήσει καί νά λύσει τόν σύντροφό τους ἀπό ἐκεῖνο τό ἀόρατο δέσιμο. Ὁ πατήρ χωρίς νά διακόψει τήν ἀκολουθία του, ἔκανε νόημα νά φύγει καί ἔτσι μπόρεσε νά λυθεῖ καί ἔφυγαν.( γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, ¨ὁ ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης¨, σ. 92-93, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχ. Εὐαγγ. Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/κης).
2) Στόν βίο τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους ἀναφέρεται κάτι ἀνάλογο, ὄχι ἀκριβῶς μέ ματιά ἀλλά μέ ἄλλο μέλος τοῦ σώματος·  ὅταν κάποτε τόλμησε νά ξεσκίσει τό σῶμα τοῦ ἁγίου ἕνας δούκας, τότε ὡς θεία δίκη τοῦ κόπηκαν τά χέρια ἀπό τό ὕψος τῶν ἀγκώνων καί κρεμάσθηκαν στό σῶμα τοῦ ἁγίου! Ὁ δούκας τότε ἔπεσε κάτω φωνάζοντας πώς εἶναι μάγος ὁ ἅγιος. Μόλις ὁ ἡγεμόνας εἶδε κρεμασμένα τά χέρια τοῦ δούκα στό σῶμα τοῦ ἁγίου, τόν ἔφτυσε στό πρόσωπο. Παρευθύς ὅμως τό πρόσωπο τοῦ ἡγεμόνα γυρνᾶ ἀνάποδα πρός τόν τράχηλό του. Τότε ὁ δούκας ἱκέτεψε τόν ἅγιο νά τόν θεραπεύσει καί σάν ἀντάλλαγμα θά εἶχε νά πιστέψει στόν Θεό τοῦ ἁγίου. Πράγματι μετά τήν προσευχή τοῦ ἁγίου θεραπεύονται καί οἱ δύο ἀσεβεῖς.Ὁ μέν δούκας βαπτίζεται, ὁ δέ ἡγεμόνας σταμάτησε τόν διωγμό κατά τῶν Χριστιανῶν. (Ματθαίου Λαγγῆ τ. Β΄, Μήν Φεβρουάριος, σελ. 266-267, Ἀθήνα1994)

«Ο ορθόδοξος κλήρος: Το επόμενο θύμα των εκκλησιομάχων, μετά τα ορθόδοξα Θρησκευτικά» Ηρακλής Ρεράκης Καθηγητής Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ



Είναι σαφές ότι, πίσω από τη λεγόμενη πρόταση ή πρόθεση της Πολιτείας, που αφορά στην απόλυση από το Δημόσιο των Ιερέων της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη χώρα μας, κρύβεται στην πραγματικότητα μία ακόμη δίωξη και απαξίωση της ορθόδοξης πίστεως και του πνευματικού χώρου που διακονεί η ορθόδοξη Ιεροσύνη.
Η δίωξη εναντίον των κληρικών δεν συνιστά μια απλή, μισθολογικού μόνον περιεχομένου, αποπομπή των κληρικών από την ενιαία αρχή πληρωμών του δημοσίου, αλλά ένα ακόμη στάδιο του σχεδίου επιβολής της ουδετεροθρησκείας, που μεθοδεύεται από την ηγεμονεύουσα πολιτεία.
Η πρόθεση της κυβέρνησης, να απολύσει 10.000 Ιερείς, δεν είναι καθόλου τυχαία, διότι είναι φανερό ότι στοχοποιεί έναν κλάδο, με συγκεκριμένο έργο, για τον λόγο ότι το έργο αυτό βρίσκεται σε αντίθετη κατεύθυνση από την ουδετεροθρησκεία που μεθοδεύει  να επιβάλει στην ελληνική κοινωνία.
Στη συζήτηση Πρωθυπουργού – Μακαριωτάτου, που προηγήθηκε της συμφωνίας, έγινε, εκτός των άλλων, λόγος για την ουδετεροθρησκεία και τις δομικές αρχές της, τις οποίες σχεδιάζει να επιβάλει το κυβερνόν κόμμα. Είναι οι ίδιες αρχές, με την ίδια ιδεοληπτική εχθρότητα, που εκφράστηκαν από την ίδια πολιτειακή αρχή, όταν αυτή, το 2016, αποφάσισε άρον – άρον, να επιβάλει στους έλληνες ορθόδοξους μαθητές, με υπουργικές αποφάσεις, τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά, με τελικό στόχο τη μετάλλαξή τους σε πολυθρησκειακά  θρησκευτικά, αποφάσεις, βέβαια, τις οποίες ακύρωσε πρόσφατα (2018) το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Ο βασικός λόγος της δίωξης και αποπομπής των Ιερέων από το δημόσιο είναι ότι η ορθόδοξη πίστη ενοχλεί και εμποδίζει τα σχέδια για την πορεία προς την ολοκλήρωση της παγκόσμιας διακυβέρνησης, που θέλουν να εφαρμόσουν κάποιοι εξωτερικοί οικονομικοί παράγοντες στη χώρα μας και τα οποία σχέδια υπηρετούν με αφοσίωση, για τους δικούς τους λόγους, κάποιοι εσωτερικοί δορυφόροι τους.
 Η συμφωνία Πρωθυπουργού – Μακαριωτάτου αυτοακυρώθηκε, όταν, ενώ ο Μακαριώτατος δήλωνε δημοσίως ενώπιον του Πρωθυπουργού ότι η συμφωνία θα ισχύσει, εφόσον εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο, η Πολιτεία, ούτε καν ανέμενε την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, αλλά έσπευσε, αμέσως μετά τη συνάντηση Πρωθυπουργού – Μακαριωτάτου, την ίδια μέρα, να ανακοινώσει την απόλυση των κληρικών από το Δημόσιο και την προκήρυξη 10.000 νέων διορισμών στις θέσεις των απολυθέντων κληρικών! Με τον τρόπο αυτό η Πολιτεία έδειξε απόλυτη ασέβεια έναντι της Εκκλησίας και, αφενός, μετέτρεψε τη συμφωνία σε προεκλογική εξαγγελία και ψηφοθηρία, αφετέρου, προσέβαλε τον Μακαριώτατο, εμφανίζοντάς τον στον ελληνικό λαό ως εμπλεκόμενο στα δόλια προεκλογικά σχέδια και τεχνάσματά της και, λίγο πολύ, ως συμφωνούντα στην απόλυση των Κληρικών.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Ο Ιερός Χρυσόστομος έναντι της πολιτικής εξουσίας


Γράφει ο θεολόγος, εκκλησιαστικός ιστορικός και νομικός Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, αποδεικνύεται ιδιαίτερα επίκαιρος στην εποχή μας, που χαρακτηρίζεται από την έντονη πολιτική κρίση στην πενόμενη Ελλάδα, καθώς υπήρξε ο πλέον σκληρός επικριτής των ακροτήτων της πολιτικής εξουσίας και των φορέων αυτής που διαβιούσαν contra στα διδάγματα της Εκκλησίας και σε βάρος του πενόμενου λαού.

Ο έλεγχός του προς τους παρεκτρεπομένους πολιτικούς γινόταν χωρίς οργή και αλαζονεία, αλλά με αγάπη και ειλικρινές πατρικό ενδιαφέρον για την πνευματική κάθαρση του δημόσιου βίου, ο οποίος όταν ήταν φαύλος είχε τις αρνητικές του επιπτώσεις και στο λαό, που ήταν ταυτόχρονα και το πλήρωμα της ορθοδόξου εκκλησίας.

Ο Χρυσόστομος ουδέποτε χαρίστηκε στους άρχοντες του κόσμου τούτου και γι’ αυτό τον λόγο δεν τους ήταν αρεστός, θα λέγαμε ότι πολλοί εκ των πολιτικών ηγητόρων της εποχής του, τον μισούσαν θανάσιμα επειδή δεν ανέχονταν τον οξύτατο δημόσιο έλεγχο που ασκούσε στα πρόσωπά τους για την φαυλοκρατία και την ανεντιμότητά τους. Ουδέποτε ο ιερός πατέρας δίστασε να επιδείξει την αυστηρότητά του ακόμη και για τον φαύλο και διεφθαρμένο προσωπικό βίο των αρχόντων, των πλουσίων και των ισχυρών της εποχής του, χωρίς να δέχεται κανένα συμβιβασμό ή να υπηρετεί ως άβουλο όργανο κάποια μικροπολιτική σκοπιμότητα. Με παρρησία και θάρρος αλλά και λεπτότητα αντιμετώπιζε και τους πολιτικούς άνδρες της ανώτατης κρατικής βαθμίδος, της εξουσίας γενικότερα, ακόμη και το ίδιο το παλάτι.

Ευθεία σύγκρουση με την αυτοκράτειρα Ευδοξία

Έτσι, δεν άργησε να συγκρουστεί ευθέως και χωρίς μισόλογα και με την ίδια την έξαλλη στην προσωπική ζωή και στις εξεζητημένες δημόσιες απαιτήσεις και παραξενιές της αυτοκράτειρα, την Ευδοξία, της οποίας το όνομα ήταν συνώνυμο των αδικιών, της φιλοχρηματίας και της σπατάλης που έκανε, ενώ πεινούσε ο λαός. Στηλίτευσε την μεγάλη και προκλητική πολυτέλεια, τις ασυλλόγιστες δαπάνες και τις αισχρές και ανήθικες διασκεδάσεις της ανακτορικής αυλής, αλλά και του ευρύτερου χώρου της ανωτέρας κοινωνίας, όπου έβλεπε την επιδειξιμανία «…την κονίασιν των παρειών και τα ημαγμένα χείλη (βαμμένα), τας μυρολοιφάς (αρώματα), το χρυσοφορείν και μαργαριτοφορείν, την περίεργον αμφίεσιν και υπόδεσιν…» και όλες εκείνες τις γελοίες ποικίλες επινοήσεις της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, κενοδοξίας και πλεονεξίας.

Αυστηρές παρατηρήσεις για την φαυλότητα και την απληστία προς τον πρωθυπουργό της εποχής, Ευτρόπιο

Την ίδια παρρησία και τόλμη επέδειξε και για τον πανίσχυρο αυλικό, τον πρωθυπουργό της εποχής του, τον γνωστό Ευτρόπιο, στον οποίο έκανε αυστηρές παρατηρήσεις για την φαυλότητα και την απληστία του, να πωλεί δημόσιες θέσεις και κρατικά αξιώματα στους ημετέρους και φιλικά προσκείμενους προς αυτόν, να δημεύει παράνομα περιουσίες και επιπλέον να θέλει την κατάργηση του δικαιώματος του ασύλου των ιερών ναών. Και όμως, όταν ο Ευτρόπιος εξέπεσε του αξιώματός του και εζήτησε ταπεινωμένος άσυλο στην Εκκλησία, ο ιερός Χρυσόστομος τον προστάτευσε με σθένος και τότε εξεφώνησε τους περίφημους λόγους του «Εις Ευτρόπιον», που έχουν καταγραφεί ως μοναδικής ρητορικής δεινότητας κείμενα της παγκοσμίου φιλολογίας.

Ο λαός στο πλευρό του Χρυσοστόμου

Ο λαός επεδοκίμαζε τις ενέργειες αυτές του Χρυσοστόμου, του ποιμενάρχου του, τον οποίο κυριολεκτικώς ελάτρευε. Και τούτο, διότι έβλεπε ότι τα μέτρα που είχε λάβει είχαν ως αποτέλεσμα να αρχίσει σιγά – σιγά να επιβάλλεται μια πειθαρχία στην αχαλίνωτη κατάσταση που επικρατούσε κατά τα προηγούμενα έτη σε πολλούς κοινωνικούς τομείς και να περιορίζονται οι κοινωνικές αδικίες που διεπράττοντο προηγουμένως από τους πολιτικούς.

«Ψευδοσύνοδος» καταδίκης του Χρυσοστόμου

Όμως, όπως είναι γνωστό, όπου υπάρχει δράση, υπάρχει και αντίδραση. Έτσι, ο ασυμβίβαστος και ανυποχώρητος χαρακτήρας του Χρυσοστόμου ενώπιον των οργανωμένων συμφερόντων, αλλά και το γεγονός ότι δεν θέλησε και δεν επεδίωξε ποτέ την φιλία ή την εύνοια κανενός κοσμικού άρχοντος, όλα αυτά, είχαν ως αποτέλεσμα να προκληθεί εντονότατη και ισχυρή αντίδραση των θιγομένων ομάδων και συμφερόντων από τους λόγους και τα έργα του Χρυσοστόμου.

Τότε οι αντίπαλοι του Χρυσοστόμου, όπως ήταν ο λιθομανής και χρυσολάτρης Θεόφιλος Αλεξανδρείας, η ματαιοδόξη αυτοκράτειρα Ευδοξία, ο πρωθυπουργός Ευτρόπιος, πολλές από τις ματαιόδοξες κυρίες της ανακτορικής αυλής, αλλά και πολλοί από τους επισκόπους που είχε καθαιρέσει ως αναξίους του εκκλησιαστικού τους αξιώματος, έθεσαν ως ανίερο στόχο να τον αφανίσουν. Έτσι όλη αυτή η παρασυναγωγή και φατρία, στο πρόσωπο κάποιων ψευδοεπισκόπων με επικεφαλής τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο, συγκάλεσαν αντικανονικά στην πόλη Δρυ, το έτος 403 μ.Χ. μια ψευδοσύνοδο, η οποία ονομάστηκε «ληστρική σύνοδος» και κατεδίκασαν άνευ λόγου και ερήμην τον Ιερό Χρυσόστομο.

Επαναφορά στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως εξαιτίας της οργής του πλήθους

Αγανακτισμένος από την άδικη αυτή απόφαση χιλιάδες λαού, έφθασαν σε σημείο να καταλάβουν τα ανάκτορα και απειλούσαν να κατακρεουργήσουν τους πάντες για την εξορία του φιλάσθενου ποιμενάρχου τους. Τότε η ηθική και φυσική αυτουργός, η αυτοκράτειρα Ευδοξία εζήτησε από τον σύζυγό της Αρκάδιο να επαναφέρει τον Χρυσόστομο στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν ο Χρυσόστομος εισήρχετο στην βασιλεύουσα ο λαός παραληρούσε από χαρά και εκείνος ένδακρυς βροντοφώναξε: «Τι ποίησω, ίνα υμίν αξίως αποδώσω της αγάπης την αμοιβήν; Αγαπώ ετοίμως το αίμα μου εκχεείν υπέρ τη υμετέρας σωτηρίας, λαέ μου…».

Και πάλι στη εξορία ο Χρυσόστομος

Το δίκαιο επεκράτησε, αλλά δυστυχώς όχι για πολύ. Αφορμή για τη νέα και τελευταία δοκιμασία του ιερού πατρός εδόθη όταν ο ίδιος δημόσια εστηλίτευσε τους προκλητικούς θορύβους και τις άμετρες μέχρι σημείου ειδωλολατρείας προκλητικές εκδηλώσεις που είχαν οργανωθεί για να τιμηθεί η ματαιόδοξη Ευδοξία, της οποίας ο αργυρός Ανδριάντας στήθηκε πλησίον του ναού της Αγίας Σοφίας (ο δεύτερος ναός επί του οποίου ανηγέρθη ο σημερινός) και στο κέντρο της δημοσίας αγοράς. Ο ιστορικός Σωκράτης αναφέρει ότι τόσο σκληρός υπήρξε ο δημόσιος λόγος του μεγαλυτέρου εκκλησιαστικού ρήτορος όλων των αιώνων, ώστε και οι κίονες του ναού εφαίνοντο ότι θα λυγίσουν από το δριμύ κατηγορώ, που άρχιζε ως εξής: «Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράσσεται, πάλιν ορχείται, πάλιν την κεφαλήν Ιωάννου ζητεί λαβείν επί πίνακι…».

Όλα αυτά ως σεισμός τάραξαν τα ανάκτορα και ο ιερός Χρυσόστομος οδηγείται και πάλι στην εξορία, κατά το έτος 404 μ.Χ. Η εξασθενημένη όμως υγεία του, μετά από τρία έτη σκληρής εξορίας, δεν άντεξε και το 407 μ.Χ. ο άτλας αυτός της ορθοδόξου Εκκλησίας παρέδωσε το πνεύμα του, λέγοντας μέχρι και την τελευταία στιγμή την φράση: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».

Μεταφορά μετά από επτά αιώνες στον πατριαρχικό ναό των ιερών λειψάνων του Χρυσοστόμου

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο την 13 Νοεμβρίου εκάστου έτους τιμά ιδιαιτέρως τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη του Χρυσόστομο. Την ημέρα αυτή, στον πατριαρχικό θρόνο δεν ανεβαίνει ο Πατριάρχης, αλλά τοποθετείται η εικόνα του ιερού πατρός, ενώ ο Πατριάρχης ίσταται στο παραθρόνιο, έχοντας στο χέρι του μαύρη ράβδο.

Ιδιαίτερη υπήρξε η τιμή και ευλογία για τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, όταν κατά το Νοέμβριο του 2004 και εν όψει της θρονικής εορτής του πανσέπτου οικουμενικού πατριαρχείου, κατά την παραμονή της εορτής του Αγίου Ανδρέου του πρωτοκλήτου, ιδρυτού της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, μετέφερε στον πατριαρχικό ναό μετά από επτά αιώνες τα ιερά λείψανα των Αγίων Αρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του θεολόγου, τα οποία είχαν κλαπεί από τους λατίνους Σταυροφόρους και εφυλάσσοντο στο Βατικανό.

Τα ιερά λείψανα επέστρεψαν μόνιμα στον φυσικό τους χώρο, στον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Το έτος 2007 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο αφιερώθηκε στην ιερά μνήμη του ιερού Χρυσοστόμου για τα 1600 έτη από της κοιμήσεώς του και διοργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο για το πρόσωπο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/search/label/%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%AD%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%20%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD%20%CE%99%CE%B5%CF%81%CF%8C%20%CE%A7%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF#ixzz3JQ5Ej3dY

ΠΡΟΙΚΟΝΗΣΟΥ ΙΩΣΗΦ: «ΣΑΛΠΙΓΞ Η ΧΡΥΣΗΛΑΤΟΣ - Ο ΘΕΙΟΣ ΚΑΙ ΙΕΡΩΤΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ»

Του Σεβ. Μητροπολίτου Προικονήσου κ.Ιωσήφ

Στίς 13 Νοεμβρίου η Εκκλησία τιμά καί γιορτάζει έναν τρισμέγιστο φωστήρα καί Ιεράρχη της, τόν Ιωάννη Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, τόν Χρυσόστομο.
Είναι τόσο σημαντική γιά τή ζωή τής Εκκλησίας διά μέσου τών αιώνων η παρουσία καί η προσφορά τού ιερού Χρυσοστόμου, ώστε, ανήμερα τής μνήμης του, στόν πανίερο Πατριαρχικό Ναό τής Κωνσταντινουπόλεως, ο Οικουμενικός Πατριάρχης δέν ανεβαίνει στό θρόνο του, μά κάθεται δίπλα, στό γεντέκι  (δηλ. στό παραθρόνιο).

Στόν θρόνο τοποθετείται η ιερά εικόνα τού αρχαίου Αρχιεπισκόπου τής Πόλεως Ιωάννου Α’ τού Χρυσοστόμου, γιά νά φαίνεται ότι ο ιερός αυτός Πατέρας είναι κατά κάποιο τρόπο ο... διαχρονικός προκαθήμενος τής Εκκλησίας τής Βασιλευούσης• ο διά μέσου τών αιώνων Οικουμενικός Πατριάρχης. Εκείνος, πού περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον εστόλισε κι εδόξασε τόν εκκλησιαστικό θρόνο τού Βυζαντίου! Γι’ αυτό άλλωστε καί ο νεοεκλεγόμενος Οικουμενικός Πατριάρχης δεχόταν συνήθως κατά τό Μέγα Μήνυμα τήν ευχετήρια προτροπή: «-Ανάβηθι επί τόν θρόνον τών Χρυσοστόμων καί τών Φωτίων καί κλέϊσον αυτόν ως εκείνοι!»

Γεννημένος ο Ιωάννης στά μέσα τού Δ΄ αιώνος στήν Αντιόχεια τήν επί τού Ορόντου, τάς Συριάδας Αθήνας, όπως ονόμαζαν στήν αρχαιότητα τήν πόλι αυτή λόγω τού έντονου ελληνικού χαρακτήρα της, από πατέρα τόν στρατηγό Σεκούνδο καί μητέρα τήν αγιασμένη Ανθούσα, έμεινε από μικρός ορφανός πατρός, αλλά έλαβε τέλεια χριστιανική ανατροφή από τήν Ανθούσα κι απέκτησε αδαμάντινο χαρακτήρα, λαμπρή κοσμική μόρφωσι (μαθητής τού ρήτορος Λιβανίου καί τού φιλοσόφου Ανδραγαθίου), κι ακόμη λαμπρότερη θεολογική συγκρότησι καί κατάρτισι, μέ δασκάλους τόν Διόδωρο Ταρσού καί τόν Καρτέριο, στοιχεία μεγάλα τού περιώνυμου Ασκητηρίου, δηλ.τής μεγάλης Θεολογικής Σχολής τής Αντιόχειας.

Κατηχημένος καί διδαγμένος πατρικώτατα από τόν Επίσκοπο Αντιοχείας (Άγιο) Μελέτιο, δέχθηκε τό ιερό βάπτισμα, κι αργότερα, μετά τήν οσιακή κοίμησι τής μητέρας του, αποσύρθηκε γιά τέσσερα χρόνια σ’ ένα αυστηρό Μοναστήρι, όπου εσφυρηλάτησε καί ελεπτούργησε τήν προσωπικότητά του μέ αγιοπνευματική υπακοή στούς Γεροντάδες, σκληρότατες νηστείες, ανύστακτη νήψι, ολονύκτιες αγρυπνίες, σκληρές χαμευνίες,  βαθυκάρδιες προσευχές, πυκνή καί συστηματική μελέτη τών Θείων Γραφών, πολλές υπομονές, αδιάκοπους κόπους σωματικούς προκειμένου νά «υποπιάζη»  καί νά «δουλαγωγή» τό σώμα πρός όφελος τής ψυχής, καί, κατόπιν, γι’ άλλα δυό χρόνια, αποσύρθηκε σ’ ένα ερημικό σπήλαιο, στήν περιοχή τού Σιλπίου, όπου επιδόθηκε κατά μόνας σέ ακόμα αυστηρότερη καί απαιτητικώτερη ασκητική ζωή ως ερημίτης (δέν κοιμήθηκε ξαπλωμένος ούτε μιά νύχτα, κατά τή μαρτυρία τού Παλλαδίου Ελενουπόλεως, καί από τήν υπερβολική άσκησι «νεκρούται τά υπό γαστέρα»), ενοικοκύρεψε τέλεια τόν έσω άνθρωπο καί προετοιμάστηκε φιλότιμα γιά τήν εργασία τού Ευαγγελίου καί τή διακονία τού ιερού θυσιαστηρίου.

Επί δεκαεφτά χρόνια ελάμπρυνε τήν Ιερωσύνη στήν Αντιόχεια, δίπλα στόν άγιο Επίσκοπο Μελέτιο αρχικά, ως διάκονος, καί δίπλα στόν εκλεκτό διάδοχό του Επίσκοπο Φλαβιανό, ως πρεσβύτερος. Εκτός από τό λειτουργικό καί τό πλούσιο κοινωνικό - φιλανθρωπικό έργο του (πτωχωκομείο, γηροκομείο, συσσίτια), διακρίθηκε ξεχωριστά στό κήρυγμα τού λόγου τού Θεού, στήν ερμηνεία τών Αγίων Γραφών καί στή δυναμική αντιμετώπισι τών αιρετικών (Αρειανών καί Ευνομιανών) καί τών φανατικών Ιουδαίων. Η φήμη του ως ιεροκήρυκος, νηπτικού καί αγίου ανδρός, προασπιστού τού ευσεβούς δόγματος καί κοινωνικού εργάτου καί αναμορφωτού, ξεπέρασε σύντομα τά όρια τής Αντιόχειας καί τής γύρω περιοχής κι έφθασε μέχρι τή Βασιλεύουσα.

Έτσι, τό 398 μ.Χ., μετά τήν οσιακή κοίμησι τού Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Νεκταρίου (+17 Σεπτεμβρίου 397),  παρά τίς πείσμονες αντιρρήσεις καί διαμαρτυρίες του, οδηγείται βίαια, μέ στρατιωτική συνοδεία, στήν Κωνσταντινούπολι, πρός απαρηγόρητη θλίψι τών Χριστιανών τής Αντιόχειας, πού τόν έχαναν μέσα από τά χέρια τους, καί χειροτονείται στίς 15 Δεκεμβρίου Αρχιεπίσκοπος τής Βασιλεύουσας μέσα σέ κλίμα φρενίτιδας καί ενθουσιασμού τού ευσεβούς λαού τής Πρωτευούσης, πού είπε: «τοιούτος ημίν έπρεπεν Αρχιερεύς»! 

Διακονία τού θυσιαστηρίου, κήρυγμα τού Λόγου, κοινωνική πρόνοια  καί φιλανθρωπία υπήρξαν τά πρώτα του μελήματα. Η νοσοκόμησι τών πασχόντων, η προστασία τών ορφανών, τών χηρών καί τών αδικουμένων, τό καθημερινό φαγητό εφτά χιλιάδων εξαθλιωμένων φτωχών, η στηλίτευσι τής κοινωνικής αδικίας, τής διαφθοράς, τής πολυτέλειας, τής περπέρειας,  τού ευδαιμονισμού καί τής γενικότερης απομακρύνσεως από τήν ευαγγελική ζωή αρχόντων καί αρχομένων, μεγάλων καί μικρών, κατείχαν κεντρική θέσι στή ζωή καί τό έργο του. Η κάθαρσι τής Εκκλησίας από φαύλους καί αβελτεροπέρπερους  κληρικούς («τραπεζογίγαντες», «γυναικοϊέρακες» [μέ τίς περιώνυμες «συνεισάκτους»], «χριστέμπορους» καί «βαλαντιοσκόπους», κατά τήν ακριβολόγο χρυσοστόμεια ορολογία) καί η ανύψωσι στήν Ιερωσύνη αγίων καί αξιόθεων ανθρώπων, η στήριξι τού Μοναχισμού, η ιεραποστολή γιά τή διάδοσι τού Ευαγγελίου στούς Πέρσες, στούς Σκύθες καί στούς εθνικούς τής Φοινίκης, τής Γοτθίας καί τής Κελτικής, υπήρξαν αντικείμενα καθημερινής ανύστακτης φροντίδας καί μέριμνάς του. Καί παράλληλα, η καλογηρική, καλογηρική!...

Ούτε τή νηστεία ξέχασε, ούτε τήν αγρυπνία, ούτε τήν αδιάλλειπτη προσευχή! Η σπεσιαλιτέ τού καθημερινού τραπεζιού του ήταν χυλός από κριθάρι! Διηγούνται ότι είχε κρεμάσει από τό ταβάνι σχοινιά (βαστακτήρες), πού τά περνούσε στίς μασχάλες του, γιά νά στέκεται όλη νύκτα όρθιος στήν προσευχή, χωρίς νά καταρρεύση! Ακόμη, πώς τό τελευταίο λυχνάρι πού έσβηνε στή Βασιλεύουσα κάθε βράδυ ήταν τού κελλίου του!

Προσωπικότητα περίλαμπρη! Πίστι γρανιτένια πού μετακινούσε βουνά! Αρετή εκτυφλωτικά απαστράπτουσα! Εκκλησιαστικό φρόνημα μοναδικό! Υποταγή στό θέλημα τού Θεού πλήρης! Ήθος ακτινοβόλο, ασυμβίβαστο! Ταπείνωσι βαθύτατη! Ανωτερότητα απαράμιλλη! Υπομονή καί μακροθυμία ανεξάντλητη! Θεληματική προσωπική πτωχεία ακραία! Φιλοπτωχεία ανοιχτοχέρα, γαλαντόμα, πλουσιόκαρδη! Φλόγα ιεραποστολική άσβεστη! Ανεξικακία απεριόριστη καί αγάπη γιά τόν άνθρωπο παφλάζουσα! Ζήλος γιά τήν Εκκλησία πύρινος! Ερμηνεία τών Γραφών θεοφώτιστη! (Στό αφτί τού υπαγόρευε τήν ερμηνεία τών Επιστολών του αυτοπροσώπως ο Απόστολος Παύλος, όπως είδε μέ τά ίδια του τά μάτια ο μαθητής καί αργότερα διάδοχός του Άγιος Πρόκλος, καί τό μακάριο εκείνο αφτί -τό αριστερό- σώζεται ώς τά σήμερα αδιάφθορο στήν πολύχαρη καί μεθυστικά πανευώδη αγία κάρα του, πού θησαυρίζεται στό Αγιονορείτικο αρχοντομονάστηρο τού Βατοπεδίου.

Τό είδαμε καί τό προσκυνήσαμε! Κήρυγμα τού λόγου τού Θεού μελίχρυσο, χρυσαυγές, χρυσογάργαρο! Έλεγχος τής ασεβείας σκληρός, ανυποχώρητος! Δικαιοσύνη έμπρακτη χριστομίμητη! Εργατικότητα ακαταπόνητη! Οσιακή άσκησι τραχύτατη! Προσευχή αδιάλλειπτη, θεοπειθέστατη, πάγκαρπη! Λατρεία λογική, ευκατάνυκτη, ευάρεστη στόν Κύριο! (Καί μόνο η Θεία Λειτουργία πού φέρει τό όνομά του αρκεί γιά επιβεβαίωσι!) Θεολογία εκφαντορική! Νούς θεοπτικότατος! Μυστική θεωρία πολλαπλώς μαρτυρούμενη! Ιδού μερικές μόνο πτυχές τού καταπληκτικού φαινομένου πού ονομάζεται Ιωάννης Α’ ο Χρυσόστομος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως! Ο πανίερος μυστηριάρχης τών θείων, στόν οποίο «κατεσκήνωσε τών αρετών η πάσα δικαιοσύνη»! Ο ομότροπος τών Αποστόλων! Ο «χρυσουργός τών καρδιών τών πιστών»!  Ο «πάγχρυσος τή ψυχή σύν τή γλώττη»!  Τό «χρυσόπνοον στόμα τής Χάριτος»! 

Όλα αυτά βεβαίως εκίνησαν τόν φθόνο τού διαβόλου καί τών οργάνων του εναντίον τού Αγίου τού Θεού. Μίση, φτηνά συμφέροντα ευτελών ανθρώπων, ανδραρίων τής κοσμικής καί τής εκκλησιαστικής εξουσίας, αδυναμίες αυτοκρατορικές (τής ματαιόδοξης Ευδοξίας), ραδιουργίες, δολοπλοκίες, μηχανορραφίες, ψεύδη, αδίστακτες συκοφαντίες, οχετοί εμπαθείας, όλα επιστρατεύθηκαν καί ενεργοποιήθηκαν γιά τήν εξόντωσί του. Δυό φορές προσπάθησαν νά τόν δολοφονήσουν! Στό τέλος τόν εξόρισαν. Μέ διάταγμα αυτοκρατορικό αλλαργοξόρισαν τόν δίκαιο, γιατί τούς ήταν «δύσχρηστος» καί «βαρύς καί βλεπόμενος».  Ξεσηκώθηκε ο πιστός λαός, ενώ ένας τρομερός φυσικός σεισμός, δίπλα στόν σεισμό τού λαού, ετρόμαξαν τούς εχθρούς τού Αγίου, πολιτικούς καί κληρικούς. Έτσι αναγκάσθηκαν νά τόν ανακαλέσουν από τήν εξορία. Επανήλθε θριαμβευτικά στό θρόνο του, δυστυχώς όμως όχι γιά πολύ. Τά ανάκτορα τόν αντιπαθούσαν, γιατί η θεοκίνητη γλώσσα του ήλεγχε τή διαφθορά πού τά έπνιγε. Ατάσθαλοι κληρικοί, πού καί μόνη η παρουσία του ήταν ένας ηχηρός έλεγχος τής δικής τους κακομοιριάς καί αβελτηρίας, τόν μισούσαν θανάσιμα. Συνάχθηκαν σέ Σύνοδο ανομίας «παρά τήν Δρύν» (403), πού πέρασε στήν ιστορία ως «Ληστρική Σύνοδος» καί τόν «καθήρεσαν» από τήν αρχιερωσύνη!

Τόν Άγιο οι εναγείς! Τόν αδάμαντα οι άνθρακες! Τόν φιλόχριστο οι φιλόχρυσοι! Τόν θεοφόρο οι αθεόφοβοι! Τόν πανάξιο οι ανάξιοι! Τόν ολοφώτεινο οι εσκοτισμένοι! Τόν εν Χριστώ ελεύθερο οι «σκητοτρώκται καί διφθερίαι καί τρίδουλοι εκ προγόνων»!  Αμέσως ξανακαταδικάστηκε κι από τό παλάτι σέ εξορία (20 Ιουνίου 404)! Μακρύτερη καί χειρότερη από τήν πρώτη. Πένθος επλάκωσε τήν Εκκλησία! Αίμα αθώο χύθηκε στούς δρόμους τής Κωνσταντινουπόλεως υπέρ τού αγίου Ποιμενάρχη. Πυρκαϊά κατέστρεψε τόν Ναό τής τού Θεού Σοφίας καί τή Σύγκλητο. Σχίσμα έγινε ανάμεσα στούς Επισκόπους... Κι ο αδικημένος καί προδομένος Αρχιεπίσκοπος, άρρωστος βαρειά οδηγήθηκε στή Νικομήδεια, στή Νίκαια, στήν Άγκυρα, στήν Καισάρεια, ώσαμε καί στήν Κουκουσό τής Αρμενίας, όπου έφθασε μισοπεθαμένος. Εδώ βρήκε γιά λίγο κάποια γαλήνη καί θαλπωρή. Ο λαός τής περιοχής τού έδειξε πολλή αγάπη καί ευλάβεια.

Επεκοινώνησε μέ τό ποίμνιό του. Μάς σώζονται κάπου διακόσιες σαράντα επιστολές του από τήν εξορία στήν Κουκουσό. Εξόριστος καί ασθενής, δέ σταμάτησε νά καλλιεργή ευρύτατα τή φιλανθρωπία, νά διδάσκη τό λαό, νά ενδιαφέρεται γιά τήν ιεραποστολή στούς Σκύθες, Πέρσες, Φοίνικες, Κέλτες καί Γότθους!

Όμως οι εχθροί τής ευσεβείας ούτε στήν Κουκουσό θέλησαν ν’ αφήσουν ήσυχο τόν μαρτυρικό Πρωθιεράρχη! Τό καλοκαίρι τού 407 τού επιβάλλουν, μέ διαταγή τής νέας Ηρωδιάδος Ευδοξίας, περαιτέρω εξορία στήν Πιτυούντα τού Καυκάσου. Δέν έφθασε ποτέ εκεί! Μετά από τρίμηνη απερίγραπτη ταλαιπωρία κατέληξε στά Κόμανα τού Πόντου. Λίγα χιλιόμετρα έξω από τά Κόμανα, έμεινε στό ναό τού Αγίου Βασιλίσκου, ανεψιού τού Μεγαλομάρτυρος Αγ. Θεοδώρου τού Τήρωνος, πού είχε μαρτυρήσει στά Κόμανα επί Μαξιμιανού. Εδώ ήταν τό «Όριο Chandrasekhar»  τού «Λευκού Γίγαντα» (καί όχι λευκού νάνου, κι άς μέ συγχωρήσει η επιστήμη τής Αστρονομίας!). Τή νύχτα άκουσε τή φωνή τού Αγίου Βασιλίσκου νά τού λέη: «-Θάρσει, αδελφέ Ιωάννη, αύριον γάρ άμα εσόμεθα!»  Τήν επομένη ο πολύπαθος Αρχιεπίσκοπος ζήτησε νά τόν ντύσουν μέ λευκά άμφια, κοινώνησε τά άχραντα Μυστήρια, είπε τή σύντομη δοξολογία πού συνήθιζε πάντοτε: «Δόξα τώ Θεώ πάντων ένεκεν!» καί παρέδωσε τό πνεύμα. Τό ημερολόγιο εσημείωνε: 14 Σεπτεμβρίου 467. «Ενταφιασθείς δέ καί εορτασθείς, καθάπερ αθλητής νικηφόρος τό σωμάτιον, θάπτεται μετά τού Βασιλίσκου εν τώ αυτώ μαρτυρίω» - στόν ίδιο Ναό.

Στή συνείδησι τού εκκλησιαστικού πληρώματος είχε καθιερωθή ενωρίτατα ως μέγιστος φωστήρας τής Τρισηλίου Θεότητος• ως μελίρρυτος ποταμός τής σοφίας, πού καταρδεύει όλη τήν οικουμένη μέ τά νάματα τής Ορθόδοξης Θεολογίας• ως Ομολογητής τού Ονόματος τού Θεού καί τέλειος εργάτης τής ευαγγελικής δικαιοσύνης• ως Πατέρας ύψιστος τής Εκκλησίας, στύλος   καί εδραίωμα τής αληθείας• ως βασιλέας τού άμβωνος καί αιώνιο υπόδειγμα Αρχιερέως καί πνευματικού πατρός• ως κανόνας τής αρετής καί τής αγιότητος. Καί τιμήθηκε αμέσως ως μέγας Άγιος! Επειδή, μάλιστα, η ημέρα τής τελειώσεώς του συνέπεσε μέ τήν παγκόσμια Ύψωσι τού Τιμίου Σταυρού, γι’ αυτό από νωρίς η μνήμη του μετακινήθηκε στίς 13 Νοεμβρίου, ώστε νά γιορτάζεται αυτόνομα, όπως αξίζει σ’ ένα τέτοιας λαμπρότητας υπερκαινοφανές αστέρι (σούπερ νόβα ...γιά τούς ελληνομαθείς!) τού νοητού στερεώματος τής Βασιλείας τού Θεού!

Στίς 27 Ιανουαρίου τού 438, μετά από ενέργειες τού μαθητού καί διαδόχου τού ιερού Χρυσοστόμου στόν αποστολικό Θρόνο τής Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Πρόκλου, μέ άδεια τού Αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β΄, τό ιερό λείψανο τού Θεοφόρου Πατρός, πού είχε διατηρηθή ακέραιο, μεταφέρθηκε μέ λαμπρές τιμές στήν Κωνσταντινούπολι, όπου έγινε δεκτό μέ φρενίτιδα ενθουσιασμού. Τό έστησαν όρθιο πάνω στό ιερό Σύνθρονο τού Ναού τής Αγίας Ειρήνης καί φώναζαν: «Απόλαβέ σου τόν θρόνον, Άγιε!», όπως αναφέρει ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης  (εντεύθεν καί τό έθιμο τής εγκαθιδρύσεως τής εικόνος του στόν Πατριαρχικό Θρόνο κατά τήν ημέρα τής μνήμης του). Στή συνέχεια τό οδήγησαν στόν Ναό τών Αγίων Αποστόλων. Επανελήφθη καί εδώ η ενθρόνησι στό Σύνθρονο καί εκεί ο Άγιος σήκωσε τό χέρι του, ευλόγησε τό λαό του λέγοντας «Ειρήνη πάσι!» καί ξανάκλεισε τό πάγχρυσο στόμα του μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου...

Θαύματα πολλά καί θεραπείες ασθενών έγιναν μέ τήν παρουσία τού χαριτοβρύτου λειψάνου τού Χρυσορρήμονος. Η λάρνακα πού τό περιέκλειε ετάφη κατόπιν κάτω από τό άγιο θυσιαστήριο, καί τά θαύματα συνεχίζονταν κρουνηδόν. «Βρύει ως μυροθήκη τερπνή, τά τών θαυμάτων θεία ρείθρα, Χρυσόστομε, η λάρναξ η σή εν κόσμω, καί ιαμάτων ροαίς τάς ψυχάς μυρίζει τών τιμώντων σε», διασαλπίζει η εκκλησιαστική μούσα. Αργότερα τό ιερό λείψανο ακολούθησε τήν συνήθη ανθρώπινη διάλυσι καί τά θεοφόρα οστά συνέχισαν νά δέχωνται τήν ευλαβική προσκύνησι κλήρου καί λαού. Τό 1206 οι ληστοσυμμορίτες πού ονόμαζαν κατ’ ευφημισμό τόν εαυτό τους «Σταυροφόρους», μετά τήν κατάληψι τής Βασιλεύουσας καί τήν εγκατάστασι λατινικής ιεραρχίας στή θέσι τού Ορθόδοξου Πατριάρχου, διαγούμισαν, ως γνωστόν, ό,τι πολύτιμο καί ιερό υπήρχε στήν Πόλι καί τό κατηύθυναν στή Δύσι (Βατικανό, Βενετία κ.λπ.).

Ανάμεσα στά άλλα κλοπιμαία τών ιερόσυλων «σκητοτροκτών» καί «διφθεριών», ήταν καί τά άγια λείψανα, καί βεβαίως καί εκείνα τού ιερού Χρυσοστόμου, πλήν τής τιμίας κάρας του πού βρίσκεται, όπως αναφέραμε, στό Βατοπέδι. Στίς 30 Νοεμβρίου 2004, μετά από 798 ολόκληρα χρόνια βίαιου ξενιτεμού, τμήμα τών θείων λειψάνων τού «Καθηγητού τών Θείων»,  μαζί μέ τμήμα τών λειψάνων τού άλλου μέγιστου Αρχιεπισκόπου τής Νέας Ρώμης Αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου, μετά από επίμονες καί επίπονες προσπάθειες τού άξιου διαδόχου τους Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, επεστράφη από τόν Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, σέ μιά κίνησι καλής θελήσεως τής Παλαιάς πρός τή Νέα Ρώμη. Τά χαριτόβρυτα λείψανα τών δύο Αγίων βρίσκονται πιά στό βόρειο κλίτος τού Πατριαρχικού Ναού τού Αγίου Γεωργίου μέσα σέ κομψά μαρμάρινα θυριδωτά κιβώτια, δίπλα στήν Παναγία τή Φανερωμένη τής Κυζίκου.

Πέρα από τή 13η Νοεμβρίου (μνήμη) καί 27η Ιανουαρίου (ανακομιδή λειψάνων), η Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει κι άλλες γιορτές τού ιερού Χρυσοστόμου: Τή 15η Δεκεμβρίου (χειροτονία σέ Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως), τήν 30ή Ιανουαρίου (μαζί μέ τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Θεολόγο Γρηγόριο) καί τήν 26η Φεβρουαρίου (χειροτονία σέ Πρεσβύτερο). Δέν τόν χορταίνουμε!... Πάντα τόν νοιώθουμε δίπλα μας. Μαζί μας! Ακόμα καί στόν πανεθνικό Θρήνο τής Αλώσεως, χίλια χρόνια μετά, η λαϊκή φωνή τού Πόντου τόν ήθελε νά είναι παρών, νά συμμερίζεται τή συμφορά τών παιδιών του καί νά θρηνή μαζί μέ τήν Παναγία γιά τό κατάντημα τής Πόλεως: «Ναϊλί εμάς, νά βάϊ εμάς, η Ρωμανία επάρθεν!... κι ο Άη Γιάννες ο Χρυσόστομον, κλαίει, δερνοκοπάται!...» Καί βέβαια, καθημερινά τόν έχουμε κοντά μας, καθώς τελούμε (μέ πολύ λίγες εξαιρέσεις μέσα στό έτος), τή Θεία Λειτουργία του, τόν μεγαλύτερο πνευματικό θησαυρό πού μάς κληροδότησε! Τήν τελούν καί σέ διάφορες Ρωμαιοκαθολικές Κοινότητες, όπως λ.χ. στή Μονή τής Κρυπτοφέρης, καί βέβαια τήν χρησιμοποιούν επίσης οι «Ελληνοόρυθμοι» Παπικοί (Ουνίτες).

Τό προσωνύμιό του (Χρυσόστομος), τό κάναμε όνομα βαπτιστικό, γιά νά μήν τόν συγχέουμε μέ άλλους ομωνύμους του Αγίους, καί είναι προσφιλέστατο κυρίως μεταξύ τών μοναχών καί αγάμων κληρικών μας.
«Έπρεπε τή βασιλίδι τών πόλεων Ιωάννην αυχείν Αρχιερέα, ώσπερ τινά κόσμον βασιλικόν».  Έπρεπε στήν Οικουμενική Ορθοδοξία ένα τέτοιο κόσμημα, ένα τέτοιο δώρο τού Ουρανίου Βασιλέως καί Μεγάλου Αρχιερέως Χριστού!...


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/search/label/%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%AD%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%20%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD%20%CE%99%CE%B5%CF%81%CF%8C%20%CE%A7%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF#ixzz3JQ3onnBi