Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Γρηγορίου Παλαμά) Το Ευαγγέλιο Κατά Μάρκον (β΄ 1 – 12)

31/03/2013 – Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Γρηγορίου Παλαμά) Το Ευαγγέλιο Κατά Μάρκον (β΄ 1 – 12)
E-mail Εκτύπωση PDF
Τῷ καιρῷ εκείνῳ, εἰσῆλθεν ο Κύριος πάλιν εἰς Καπερναοὺμ καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι.Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. Καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. Καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορ ύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ᾿ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.
Ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός;
Καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; Τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;
Ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας λέγει τῷ παραλυτικῷ. Σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. Καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Τὸν καιρό εκείνο, όταν ἦλθε και πάλιν ὁ Κύριος εἰς τὴν Καπερναούμ, διαδόθηκε ὅτι βρίσκεται σὲ κάποιο σπίτι. Καὶ ἀμέσως ἐμαζεύθηκαν πολλοί, ὥστε νὰ μὴν τοὺς χωρῇ πλέον οὔτε ὁ χῶρος ἐμπρὸς εἰς τὴν πόρτα, καὶ τοὺς ἐκήρυττε τὸν λόγον. Καὶ ἔρχονται καὶ τοῦ φέρουν ἕνα παραλυτικόν, τὸν ὁποῖον ἐβάσταζαν τέσσερα πρόσωπα. Καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν πλησιάσουν ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους, ἀφήρεσαν τὴν στέγην, ὅπου εὑρίσκετο, ἔκαναν ἕνα ἄνοιγμα καὶ κατέβασαν τὸ κρεββάτι, ὅπου ἤτανε ξαπλωμένος ὁ παραλυτικός. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἶδε τὴν πίστιν τους, λέγει εἰς τὸν παραλυτικόν. «Παιδί μου, σοῦ συγχωροῦνται αἱ ἁμαρτίαι».
Ἐκάθοντο δὲ ἐκεῖ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς καὶ ἐσκέπτοντο μέσα τους, «Γιατὶ λέγει αὐτὸς βλασφημίας κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίας παρὰ μόνον ἕνας, ὁ Θεός;».
Ὁ Ἰησοῦς ἀμέσως ἐκατάλαβε μέσα του ὅτι αὐτὰ σκέπτονται καὶ τοὺς λέγει, «Γιατὶ κάνετε τὶς σκέψεις αὐτὲς μέσα σας; Τὶ εἶναι εὐκολώτερον νὰ πὦ εἰς τὸν παραλυτικόν, «Σοῦ συγχωροῦνται αἱ ἁμαρτίαι» ἢ νὰ πῶ, «Σήκω ἐπάνω καὶ πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ βάδιζε»;
Ἀλλὰ διὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσίαν νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίας ἐπὶ τῆς γῆς» - λέγει εἰς τὸν παραλυτικόν, «Σοῦ λέγω, σήκω ἐπάνω καὶ πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ πήγαινε εἰς τὸ σπίτι σου». Καὶ ἐσηκώθηκε ἀμέσως καὶ ἀφοῦ ἐσήκωσε τὸ κρεββάτι ἐβγῆκε ὑπὸ τὰ βλέμματα ὅλων, ὥστε νὰ ἐκπλαγοῦν ὅλοι καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Θεὸν καὶ νὰ λέγουν, «Ποτὲ δὲν εἴδαμε τέτοια πράγματα».

Τό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς. Κατά Μάρκον Εὐαγγέλιο. Κυριακὴ Β’ Νηστειῶν. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.

 


 

 
 
 
 

 

 
 
 


 

 
 
 



Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013


Τό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς. Κατά Μάρκον Εὐαγγέλιο. Κυριακὴ Β’ Νηστειῶν. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.



Κυριακὴ Β' Νηστειῶν. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
 Τό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς καί ἡ ἀπόδοσή του στήν νεοελληνική
Κατά Μάρκον Εὐαγγέλιο Κεφ. 2, χωρία 1 ἕως 12

῾Η θεραπεία παραλυτικοῦ

1.Τῷ καιρῷ ἐκείνω  εἰσῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν εἰς Καπερναοὺμ δι᾿ ἡμερῶν καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. 2 καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον.
3 καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. 4 καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ᾿ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. 
5 ἰδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.
 6 ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· 7 τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; 8 καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;
9 τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 
10 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας — λέγει τῷ παραλυτικῷ. 11 σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 
12 καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.


ΑΠΟΔΟΣΗ


Εκείνο τον καιρό μπήκε ο Ιησούς στην Καπερναούμ, και διαδόθηκε πώς ήταν σ' ένα σπίτι. Και αμέσως μαζεύτηκαν πολλοί, τόσοι πού δε χωρούσαν ούτε στην αυλή του σπιτιού, και τους κήρυττε τον θειο λόγο. Έρχονται τότε και του φέρνουν ένα παραλυτικό, πού τον σήκωναν τέσσερις άνθρωποι.
 Και επειδή δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν από τον κόσμο, έβγαλαν τη στέγη του σπιτιού σ' εκείνο το μέρος πού ήταν ο Ιησούς, και αφού άνοιξαν τόπο κατέβασαν το κρεβάτι οπού επάνω ήταν κατάκοιτος ο παραλυτικός. Όταν ο Ιησούς είδε την πίστη τους, λέγει στον παραλυτικό, Παιδί μου, σου συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες σου.
Και ήσαν εκεί και κάθονταν μερικοί από τους γραμματείς και διαλογίζονταν μέσα τους, Τι φοβερές βλασφημίες λέγει αυτός; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ένας, ο  Θεός; Και αμέσως κατάλαβε ο Ιησούς με το πνεύμα του πώς τέτοια διαλογίζονται μέσα τους και τους είπε:- Τί βάζετε τέτοια στο μυαλό σας; Τί είναι πιο εύκολο να πεις στον παραλυτικό; Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες; ή να πεις, σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου στον ώμο και περπατά; Και για να μάθετε πώς ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί εδώ στη γη αμαρτίες (τότε λέγει στον παραλυτικό): Σε σένα λέγω, σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου στον ώμο και πήγαινε στο σπίτι σου. Και ο παραλυτικός σηκώθηκε αμέσως και βγήκε μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, έτσι πού όλοι να τα έχουν χαμένα, να δοξάζουν τον Θεό και να λέγουν πώς ποτέ δεν είδαμε τέτοιο πράγμα.

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

 11-03-2012
(«τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.» (Μαρκ. β΄ 5)
 
Ἐφθάσαμε, ἀγαπητοί ἀδελφοί, στή Δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Ἡ Ἐκκλησία σήμερον τιμᾶ καί προβάλλει τήν ἁγία μορφή καί ξεχωριστή προσωπικότητα τοῦ διαπρεποῦς θεολόγου καί εἰδήμονος διδασκάλου τῆς νοερᾶς καί μονολογίστου προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Στή συνέχεια θά ἀναφέρουμε πολύ περιληπτικά λίγα λόγια γιά τό Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί ἔπειτα θά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν εὐαγγελική περικοπή τῆς ἡμέρας.
Α) Ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας τοῦ Βυζαντίου καί στίς μέρες τίς ὁποῖες ἔζησε, τό δέκατο τέταρτο αἰῶνα, διέπρεψε ὡς θεολόγος, ὡς μοναχός καί Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Οἱ μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους στό πρόσωπό του εὑρῆκαν τό διδάσκαλο καί προστάτη. Ὁ Γρηγόριος ἀντιμετώπισε τίς κακοδοξίες τοῦ δυτικοεπηρεασμένου Βαρλαάμ καί τῶν ὁμοίων του καί ἔκαμε λόγο γιά τή διάκριση μεταξύ τῆς οὐσίας καί τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.
Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέθεκτη καί ἀκοινώνητη. Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες ὅμως τοῦ Θεοῦ εἶναι μεθεκτές. Οἱ μοναχοί ἐμμένοντας στήν προσευχή καθαίρονται, ἀποβάλλουν ἀπό μέσα τους τά σκοτεινά σημεῖα, ἐπικοινωνοῦν μέ τό Θεό καί καταξιώνονται τῆς θέας τοῦ Θαβωρείου καί ἀκτίστου φωτός. Αὐτή ἡ κατάσταση ἀποτελεῖ βίωμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Β) Τό εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας παραθέτει τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλύτου τῆς Καπερναούμ καί τά γεγονότα, τά ὁποῖα τό περιβάλλουν. Τέσσερις φίλοι ἤ συγγενεῖς ἴσως τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ, ἀφοῦ ἔμαθαν γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου στήν πόλη τους καί τήν παρουσία του σέ κάποιο σπίτι, φρόντισαν νά μεταφέρουν τόν ἄνθρωπό τους πλησίον τοῦ Κυρίου καί νά ἀναζητήσουν τή θεραπεία του.

Ὅταν ὅμως οἱ πρόθυμοι ἄνθρωποι καί ὁ παράλυτος ἔφθασαν στή σχετική κατοικία, ὕστερα ἀπό τή διαδρομή τῆς μεταφορᾶς τοῦ παραλύτου μέσα στούς δρόμους τῆς Καπερναούμ πάνω στό στρῶμα του, τούς περίμενε δυνατή ἀπογοήτευση. Τό σπίτι ἦταν κατάμεστο ἀπό κόσμο. Ἡ εἴσοδός τους μέσα σ’αὐτό ἦταν ἀδύνατη. Αὐτοί, ὅμως, ἦταν ἀποφασισμένοι νά μεταφέρουν τόν ἄρρωστο στό Χριστό. Ἔτσι χωρίς νά βασανίσουν γιά πολύ τό πράγμα στή σκέψη τους, μέ τή βοήθεια ἴσως κάποιας σκάλας, βρέθησαν στή στέγη τοῦ σπιτιοῦ. Σύντομα ἄνοιξαν τή στέγη καί μέ κάποια σχοινιά κατέβασαν τόν ἄνθρωπο μπροστά στό Χριστό.
Ὅταν ὁ Χριστός διεπίστωσε πόσα πολλά ἔκαμε καί πόσα πολλά ἐμπόδια ξεπέρασε ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καί τοῦ παραλύτου, μέ τό θεῖο λόγο του θεράπευσε τόν παράλυτο. «τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.» Ὁ Κύριος, ὡς Θεός, φανερώνει ὅτι ἡ αἰτία τῆς ἀσθένειας τοῦ ἀνδρός ἦταν ὁ ἁμαρτωλός βίος του. Ἀφοῦ αὐτός τώρα ἔλαβε ἄφεση ἁμαρτιῶν, βρῆκε τήν ὑγεία τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς του. Ὁ Κύριος τόν ἀντιμετώπισε μέ τή θεία γλυκύτητά του καί τόν προσφώνησε, «τέκνον», παιδί μου.
Ὁ Θεός συνεχίζει, νά μᾶς ἀγαπᾶ καί νά περιμένει τήν ἐπάνοδό μας στήν εὐθεῖα ὁδό, ἔστω καί ἄν ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε καί μιμούμεθα τόν ἄσωτο υἱό καί τόν παράλυτο τοῦ εὐαγγελίου. Αὐτό τό σημεῖο πολλές φορές σίγουρα μᾶς διαφεύγει. Ἐπιβάλλεται, ὅμως, νά σκεπτόμεθα τό Θεό πιό πολύ ὡς τό φιλάνθρωπο πατέρα μας, παρά ὡς δικαστή καί τιμωρό γιά τά λάθη καί τίς ἁμαρτίες μας. Τέτοιες σκέψεις ὁπωσδήποτε μᾶς βοηθοῦν νά πλησιάσουμε τό Θεό καί νά γευθοῦμε τό ἔλεος καί τή χάρη του, τά ὁποῖα μᾶς παρέχει πλουσιοπάροχα καί τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία μας.
Ἡ Ἐκκλησία μέ τή βάπτιση μᾶς πολιτογραφεῖ ὡς μέλη της. Ἡ πίστη στό Χριστό χαράσσεται στήν ψυχή μας. Ἄν ὅμως ἐμεῖς τήν παραμελοῦμε, δέν τήν καλλιεργοῦμε μέ τή μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, δέν τήν ἀναπτύσσουμε μιμούμενοι τή ζωή τῶν Ἁγίων καί δέν τήν τρέφουμε μέ τή συμμετοχή μας στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα ἐκεῖνο τῆς θείας Κοινωνίας, τότε παραμένει καχεκτική, μαραμένη καί ἀνανάπτυκτη. Ἡ πίστη ὅμως γιά νά μεγαλουργήσει καί νά ἀποδώσει καρπούς, χρειάζεται νά εἶναι ζωντανή καί ἐμπνευσμένη, πυρωμένη ἀπό τήν αὔρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά ἀναδίδει τήν εὐωδία τῆς παρουσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν!
                                                                                                                                                                                                                                        π.Περικλής Ρίπισης

Β ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΑΓ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Ομιλία κατά την Κυριακή Β’ Νηστειών της Αγίας Τεσσαρακοστής (Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς)alopsis
ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Για τον παράλυτο που εθεραπεύτηκε στην Καπερναούμ από τον Κύριο και προς τους ομιλούντας ακαίρως μεταξύ τους κατά τις ιερές συνάξεις στην Εκκλησία
Μικρή περίληψη της 10ης ομιλίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: Εις τον παραλυτικόν της Καπερναούμ, την δευτέραν Κυριακήν των Νηστειών, την μετέπειτα αφιερωθείσαν εις τον άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν. Ο παράλυτος της Καπερνα­ούμ εφέρετο υπό τεσσάρων ανδρών προς θεραπείαν παρά του Ιησού. Ο ψυχικώς παράλυτος, μετανοών, φέρεται εις τον Κύ­ριον από τέσσαρας δυνάμεις· την αυτοκριτικήν, την εξομολόγησιν, την υπόσχεσιν αποχής από τα κακά εις το μέλλον, την δέησιν προς τον Θεόν. Η οροφή την οποίαν θα χαλάσωμεν δια να φθάσωμεν εις τον Κύριον είναι ο νους, ο οποίος πρέπει να καθαρθή δια να καθοδηγή και το σώμα.

1. Σήμερα θα ειπώ προς την αγάπη σας ως προοίμιο τα ίδια τα δεσποτικά λό­για, μάλλον δε την πεμπτουσία του ευαγγελικού κηρύγματος· «μετανοεί­τε, διότι ήγγισε η βασιλεία των ουρα­νών» (Ματθ. 3, 21). Και δεν ήγγισε μόνο, αλλά και είναι μέσα μας· διότι, είπε πάλι ο Κύ­ριος, «η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21). Και δεν είναι μόνο μέσα μας, αλλά σε λίγον καιρό φθάνει περιφανέστερα, για να καταργήση κάθε αρχή και εξου­σία και δύναμι και να προσφέρη την ακαταμάχητη ισχύ, τον αδαπάνητο πλούτο, την αναλλοίωτη και άφθαρτη και ατελεύτη­τη τρυφή και δόξα, εξουσία και δύναμι, μόνο σ' αυτούς που έχουν ζήσει εδώ κατά το θέλημα και την αρέσκεια του Θεού.

2. Επειδή λοιπόν η βασιλεία του Θεού και ήγγισε και μέσα μας είναι και σε λίγον καιρό φθάνει, ας καταστήσωμε τους εαυ­τούς μας με τα έργα της μετανοίας αξίους αυτής. Ας βιάσωμε τους εαυτούς μας ανακόπτοντας τις πονηρές προλήψεις και συν­ήθειες· διότι η βασιλεία των ουρανών είναι βιαστή και οι βιασταί την αρπάζουν. Ας ζηλεύσωμε την υπομονή, την ταπείνωσι και την πίστι των θεοφόρων πατέρων μας· διότι λέγει, «εξετάζοντας τα αποτελέσματα της διαγωγής τούτων, να μιμήσθε την πίστι τους» (Εβρ. 13, 7). Ας νεκρώσωμε τα μέλη μας τα επίγεια, πορ­νεία, ακαθαρσία, κάθε κακό πάθος, και την πλεονεξία, και μά­λιστα κατά την διάρκεια των ιερών τούτων ημερών της νηστείας. Γι' αυτό ακριβώς η χάρις του Πνεύματος κατά σειρά, πρώτα μας εδίδαξε περί της μελλούσης φρικωδεστάτης κρίσε­ως του Θεού, έπειτα μας υπενθύμισε περί της εξορίας του Αδάμ και μετά από αυτό μας υπέδειξε την ασφαλέστατη πίστι [Ο Γρηγόριος εννοεί το εορταστικό περιεχόμενο των τριών πρώτων Κυ­ριακών του Τριωδίου, Απόκρεω, Τυρινής, Ορθοδοξίας], έτσι ώστε με το φόβο της πρώτης και με τον θρήνο της δευτέρας να τηρούμε με βεβαιότητα την πίστι, να συμμαζεύωμε τους εαυ­τούς μας, να μη παραδιδώμαστε στην ακράτεια, να μη ανοίγωμε θύρα και προσφέρωμε χώρο δια της άπιστης και άπληστης κοι­λίας σε όλα τα πάθη και φθάνωμε στην ευρύχωρη και πλατειά οδό, καταστρεφόμενοι μ' ευχαρίστησι κατά κάποιον τρόπο· αλλά, αφού αγαπήσωμε την στενή και θλιμμένη οδό που οδηγεί στην αιώνια ζωή, της οποίας αρχή και πρώτο στάδιο είναι η νηστεία, να διανύσωμε αυτήν την τεσσαρακοστή των νηστησίμων ημερών με ευρωστία.

3. Πραγματικά εάν, όπως για κάθε πράγμα υπάρχει ο κατάλλη­λος καιρός, κατά τον Σολομώντα (Εκκλ. 3, 1) και για όλα υπάρχει ο χρό­νος, έτσι και για την εκτέλεσι της αρετής πρέπει κανείς να ζητήση τον κατάλληλο καιρό, αυτός εδώ είναι καιρός, αυτή η τεσσαρακοστή των ημερών. Εάν δε και όλος ο βίος των ανθρώ­πων είναι επιτήδειος για την κατάκτησι της σωτηρίας, πολύ πε­ρισσότερο είναι ο καιρός αυτός της νηστείας· καθ' όσον και ο αρχηγός και χορηγός της σωτηρίας μας Χριστός έκαμε την αρχή από νηστεία, και στο στάδιό της κατεπάλαισε και κατεντρόπιασε τον δημιουργό των παθών Διάβολο, που του επετέθηκε παντοιοτρόπως. Όπως πραγματικά η ακρασία της κοιλιάς που αναιρεί τις αρετές είναι γεννήτρια της εμπαθείας, έτσι και η εγκράτεια, που αναιρεί τους από την ακρασία μολυσμούς, εί­ναι γεννήτρια της απαθείας. Εάν δε η ακρασία προξενεί και προξένησε τα πάθη που δεν υπήρχαν σ' εμάς, πώς, όταν υπάρ­χουν, δεν θα τα αυξήση και στηρίξη, όπως η νηστεία θα τα μειώση και θα τα αφανίση; Είναι δε συζυγικαί μεταξύ τους η νηστεία και η εγκράτεια, έστω και αν για τους συνετούς ερευνητάς πότε πλεονεκτή η μία και πότε η άλλη.

4. Ας μη τις διαζεύξωμε λοιπόν κι' εμείς τώρα, αλλά κατά την διάρκεια των πέντε ημερών της εβδομάδος ας τηρούμε περισ­σότερο τη νηστεία, ενώ κατά το Σάββατο και την Κυριακή ας προσέχωμε μάλλον στην εγκράτεια παρά στην νηστεία, για να ακούωμε με σύνεσι τα ευαγγελικά λόγια, τα οποία θα μας αναγ­γείλουν σήμερα την θαυμαστή ίασι του παραλύτου που πραγματοποιήθηκε από τον Κύριο όχι στα Ιεροσόλυμα, αλλά στην Καπερναούμ (Μαρκ. 2, 1-12, Ματθ. 9, 1-8, Λουκ. 5, 17-26). Τον καιρό εκείνο, λέγει ο θεηγόρος Μάρκος, «εισήλθε πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ για ημέρες» (Μάρκ. 2, 1). Αυτήν δε την Καπερναούμ ονομάζει ιδιαιτέρα πόλι του Κυρίου ο Ματ­θαίος. Διότι ιστορώντας και αυτός τα σχετικά με τον παράλυτο τούτον, λέγει, «ήλθε ο Ιησούς στη δική του πόλι» (Ματθ. 4, 12). Πραγματι­κά, αφού εβαπτίσθηκε στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη και το Πνεύμα επέταξε επάνω σ' αυτόν, εξάγεται στην έρημο από το Πνεύμα για δοκιμασία και μετά την νίκη του κατά του πειρα­σμού επανήλθε και περιερχόταν τα πλησιόχωρα του Ιορδάνη διδάσκοντας και μαρτυρούμενος με πολλούς τρόπους από τον Βαπτιστή, μέχρις ότου ο Ιωάννης εφυλακίσθηκε από τον Ηρώδη. Τότε δε, όπως λέγει ο Ματθαίος, «ανεχώρησε στην Γαλιλαία και εγκαταλείποντας την Ναζαρέτ, ήλθε και κατοίκη­σε στην παραθαλάσσια Καπερναούμ» (Ματθ. 4, 12).

5. Εξερχόταν λοιπόν από αυτήν στις ερήμους χάριν προσευ­χής και στις κωμοπόλεις των γειτόνων για να κηρύττη και πάλι επανερχόταν σ' αυτήν. Γι' αυτό ο μεν ευαγγελιστής Ματθαίος την ωνόμασε ιδιαιτέρα πόλι του, ο δε Μάρκος λέγει ότι εισήλ­θε πάλι στην Καπερναούμ για ημέρες. «Και άκουσαν ότι είναι σ' ένα οίκο και αμέσως συναθροίσθηκαν πολλοί, ώστε να μη χωρούν άλλους ούτε τα σημεία γύρω από τη θύρα»· διότι, αφού τον περισσότερο χρόνο έμενε εκεί, αναγνωρίσθηκε καλύτερα δια των πολλών και μεγάλων θαυμάτων και λόγων, γι' αυτό και εποθείτο υπερβολικά. Καθώς ήκουσαν λοιπόν ότι είναι πάλι κοντά, συνέρρευσαν πολυπληθείς· όπως δε λέγει ο Λουκάς εί­χαν συνέλθει και από κάθε πόλι, μεταξύ δε των συνελθόντων ήσαν Γραμματείς και Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι· και απηύ­θυνε προς αυτούς τον λόγο. Τούτο δε ήταν το κυριώτερο έργο του, όπως και προκαταβολικώς εδήλωσε με τα λόγια· «εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού» (Λουκ. 8, 5), δηλαδή τον λόγο της διδασκαλίας, και «ήλθα να καλέσω τους αμαρτωλούς σε μετά­νοια» (Ματθ. 9, 13), η δε κλήσις γίνεται με τον διδακτικό λόγο. Τούτο ήθε­λε να δήλωση και ο Παύλος όταν έλεγε, «η πίστις γεννάται από την ακοή, η δε ακοή δια του λόγου του Θεού» (Ρωμ. 10, 17).

6. Απηύθυνε λοιπόν ο Κύριος σ' όλους γενικώς και χωρίς φθόνο τον λόγο της μετανοίας, το ευαγγέλιο της σωτηρίας, τα λόγια της αιώνιας ζωής. Και όλοι μεν ήκουαν, αλλά δεν υπήκουαν όλοι· διότι φιλήκοοι μεν και φιλοθεάμονες είμαστε όλοι, φιλάρετοι δε δεν είμαστε όλοι. Πραγματικά είμαστε καμωμένοι να ποθούμε πλην των άλλων να γνωρίζωμε και τα σχετικά με την σωτηρία, γι' αυτό οι περισσότεροι όχι μόνο ακούουν ευχα­ρίστως την ιερά διδασκαλία, αλλά και διερευνούν τους λόγους, εξετάζοντάς τους κατά την άποψί του ο καθένας σύμφωνα με την άγνοια ή σύνεσι που τον κατέχει. Για να φέρωμε όμως τους λόγους σε έργο ή και να καρπωνώμαστε από αυτούς ωφέλιμη πίστι, χρειάζεται ευγνωμοσύνη και αγαθή προαίρεσις, η οποία δεν ευρίσκεται εύκολα, και μάλιστα ανάμεσα σ' αυτούς που δι­καιώνουν εαυτούς και είναι κατά τους εαυτούς των ειδήμονες, όπως ακριβώς ήσαν οι Γραμματείς και Φαρισαίοι μεταξύ των Ιουδαίων.

7. Γι' αυτό και τότε, μένοντας στον οίκο εκείνο, ήκουσαν το λόγο κι' έβλεπαν τα τελούμενα θαύματα, εβλασφημούσαν όμως περισσότερο παρά επαινούσαν τον δια των έργων και λόγων ευεργέτην. Πραγματικά, όταν ο Κύριος εδίδασκε και όλοι ή οι περισσότεροι εδέχονταν με ανοικτά αυτιά τους λόγους της χά­ριτος που εκπορεύονταν από το στόμα του, λέγει, «έρχονται κά­ποιοι προς αυτόν, που έφεραν ένα παραλυτικό και τον εσήκωναν τέσσερις, οι οποίοι μη μπορώντας να τον πλησιάσουν εξ αι­τίας του πλήθους εξεσκέπασαν την στέγη της οικίας όπου ήταν ο Κύριος και ανοίγοντας τρύπα κατέβασαν το κρεββάτι στο οποίο εκοιτόταν ο παραλυτικός». Είναι δυνατό να νομισθή ότι η πράξις όλη είναι αποτέλεσμα της πίστεως των συνοδών και ότι ο Κύριος έδωσε στη συνέχεια την ίασι διότι εξετίμησε την πίστι τους· αλλ' εγώ νομίζω ότι τούτο δεν είναι αληθινό. Εάν πραγματικά ο Κύριος, θεραπεύοντας το αγόρι του αρχισυναγώγου, δεν εζήτησε την πίστι από αυτό, όπως ούτε από την θυγα­τέρα της Χαναναίας ή του Ιαείρου, αρκούμενος στην πίστι αυ­τών που προσήλθαν υπέρ αυτών, αλλ' από αυτούς η μεν θυγατέ­ρα του Ιαείρου ήταν αποθαμένη, η της Χαναναίας ήταν ψυχο­παθής, το δε αγόρι ούτε καν ήταν παρόν· ο παράλυτος αυτός όμως ήταν παρών και κύριος του λογικού του, αν και ήταν πα­ράλυτος στο σώμα. Γι' αυτό νομίζω ότι μάλλον από την ελπίδα και πίστι του παραλυτικού εδέχθηκαν την πίστι στον Κύριο και οι συνοδοί του κι' ενθαρρύνθηκαν να προσέλθουν σ' αυτόν. Πειθόμενοι στον παραλυτικό τούτον τον μετέφεραν και τον ανέβασαν επάνω στη στέγη και τον κατέβασαν από εκεί εμ­πρός στον Κύριο. Βέβαια εκείνοι δεν θα ενεργούσαν έτσι χωρίς τη θέλησι αυτού και η επίτασις της παραλύσεως προφανώς δεν είχε διαλύσει το λογικό αλλά μάλλον τα εμπόδια και προσκόμ­ματα στην πίστι.

8. Ο έρως της ανθρωπίνης δόξης απεμάκρυνε τους Φαρισαίους από την πίστι προς τον Κύριο· γι' αυτό έλεγε προς αυτούς, «πώς μπορείτε να πιστεύετε σ' έμενα, δεχόμενοι δόξα από ανθρώπους και μη ζητώντας τη δόξα από τον μόνο Θεό;» (Ιω. 5, 44). Αλλους πάλι τους εμπόδισαν από την προσέλευσι αγροί και γάμοι και φροντίδες βιωτικών έργων, πράγματα που η πάρεσις του σώματος τα παρέλυσε όλα και τα εξέβαλε από τους λογι­σμούς του παραλύτου. Και γι' αυτό στους αμαρτωλούς η νόσος είναι μερικές φορές ανώτερη της υγείας, διότι συνεργεί στη σωτηρία τους, και τις μεν έμφυτες ορμές προς την κακία αμβλύ­νοντας, το δε χρέος των σφαλμάτων εξοφλώντας κατά κάποιον τρόπο δια της κακώσεως, τους καθίστα δεκτικούς πρώτα της ψυχικής θεραπείας, έπειτα και της θεραπείας του σώματος, και μάλιστα όταν ο ασθενής, κατανοώντας ότι το κτύπημα είναι θε­ραπεία από τον Θεό, το βαστάζει γενναίως, προσπίπτει με πίστι στον Θεό και επικαλείται τον ιλασμό δια των έργων με όση δύ­ναμι έχει. Τούτο υπέδειξε κατά την δύναμί του και ο παράλυτος και παρέστησε ο Κύριος με τα λόγια και τα έργα του, αν και οι Φαρισαίοι, μη μπορώντας να το συλλάβουν, εβλασφημούσαν κι' εγόγγυζαν «αφού είδε», λέγει, «ο Ιησούς την πίστι τους, δηλαδή του κλινήρους που κατεβαζόταν και αυτών που τον κατέβαζαν από τη στέγη, λέγει στον παραλυτικό, τέκνο, συγχω­ρούνται οι αμαρτίες σου».

9. Τι μακαρία ονομασία. Ακούει το όνομα «τέκνο» και υιοποιείται από τον ουράνιο Πατέρα και προσκολλάται στον αναμάρτητο Θεό, γενόμενος και αυτός αμέσως αναμάρτητος δια της αφέσεως των αμαρτιών· για ν' ακολουθήση η ανακαίνισις του σώματος, λαμβάνει πρωτύτερα την ψυχή ανωτέρα της α­μαρτίας από τον γνωρίζοντα ότι, αφού πρώτα υπέπεσε η ψυχή στους βρόχους της αμαρτίας, επηκολούθησαν κατά τη δικαία κρίσι του οι νόσοι του σώματος και ο θάνατος.

10. Αλλ' οι Γραμματείς, όταν άκουσαν αυτά, «διαλογίζονταν», λέγει, μέσα τους, γιατί λαλεί αυτός βλάσφημα; ποιός μπορεί να αφήση αμαρτίες, εκτός ενός, του Θεού; Ο δε Κύριος, γνωρί­ζοντας ως ποιητής καρδιών και τους αφανείς λογισμούς των καρδιών των Γραμματέων, λέγει προς αυτούς· «τί διαλογίζεσθε αυτά τα πράγματα στις καρδιές σας; τί είναι ευκολώτερο, να ειπώ στον παραλυτικό, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να του ειπώ, σήκω, πάρε το κρεββάτι σου και περιπάτει;». Επειδή κατά τους Γραμματείς ο Κύριος αδυνατούσε να θεραπεύση τον παράλυτο, κατέφυγε προς το αφανές μέρος, την άφεσι των αμαρτημάτων, που και μόνο να την ειπής με τον λόγο, και μάλι­στα τόσο αυθεντικώς και προστακτικώς, είναι μεν βλάσφημο, αλλά εύκολο και στου καθενός το χέρι. Γι’ αυτό λέγει προς αυτούς ο Κύριος, εάν ήθελα να εκφέρω κενούς λόγους, που δεν έχουν αποτέλεσμα σε πράξεις, θα ήταν εξ ίσου εύκολο να ειπώ χωρίς πρακτικό αντίκρυσμα και την έγερσι του παραλυτικού και την άφεσι των αμαρτιών. Για να μάθετε όμως ότι ο λόγος μου δεν είναι ανενεργός, και ότι δεν κατέφυγα στην άφεσι της αμαρτίας επειδή τάχα αδυνατώ να προσφέρω την θεραπεία της νόσου, αλλ' έχω εξουσία θεϊκή επί της γης, ως Υιός ομοούσιος με τον ουράνιο Πατέρα, αν και έγινα ομοούσιος με σας τους αχαρίστους κατά σάρκα - τότε λέγει στον παραλυτικό-, «σου λέγω, σήκω, πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου· και αμέσως εσηκώθηκε και παίρνοντας το κρεββάτι του εξήλθε εμπρός στα μάτια όλων».

11. Είναι αντίθετα προς τους διαλογισμούς των Γραμματέων και ο λόγος και το θαύμα τούτο, σε μερικά όμως σημεία και συμφωνούν. Πραγματικά το ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί αφ' εαυτού να συγχωρήση αμαρτίες, το αποδεικνύουν αληθινό, εκείνο όμως των Φαρισαίων, το ότι ο Χριστός είναι ψιλός άν­θρωπος αλλ' όχι Θεός παντοδύναμος, το αποδεικνύουν ψευδές και ασύνετο· διότι αυτό, που δεν είδε ποτέ κανείς ούτε άκουσε, εφανερώθηκε τώρα, ο ίδιος Θεός και άνθρωπος, που έχει διπλή φύσι και ενέργεια· ελάλησε κατά τον τρόπο μας ως άνθρωπος, έκαμε όσα θέλει με μόνο τον λόγο του και το πρόσταγμά του ως Θεός και επιβεβαίωσε με τα έργα ότι και στην αρχή, κατά το ψαλμικό, αυτός τα πάντα «είπε και έγιναν, διέταξε και εκτίσθηκαν» (Ψαλ. 32, 9). Γι' αυτό και τώρα στο λόγο του αμέσως επακολού­θησε το έργο. Πραγματικά αμέσως εσηκώθηκε ο παραλυτικός «και αφού πήρε το κρεββάτι του εξήλθε εμπρός στα μάτια όλων, ώστε να θαυμάζουν όλοι». Η μεν άφεσις των πταισμά­των με τον λόγο ενεργείται και από τους ανθρώπους, αν κάμη κάποιος πταίσμα σε βάρος τους, ασθένεια δε, και μάλιστα τόσο σοβαρή, να φυγαδευθή με πρόσταγμα και λόγο μόνο είναι στην εξουσία μόνο του Θεού. Γι' αυτό και ο ευαγγελιστής επισημαί­νει ότι εθαύμασαν όλοι όσοι είδαν και εδόξασαν τον Θεό, δηλαδή ασφαλώς τον ίδιο τον εκτελεστή του παραδόξου τούτου έργου, μάλλον δε αυτόν που πράττει ένδοξα και εξαίσια έργα, των οποίων δεν υπάρχει αριθμός· «έλεγαν, ότι ποτέ έως τώρα δεν είδαμε τέτοια πράγματα».

12. Αλλ' εκείνοι μεν αποδίδοντας την δοξολογία με λόγια και παρουσιάζοντας το θαύμα μεγαλύτερο από τα προηγούμενα έλεγαν αυτά, ποτέ δεν είδαμε έως τώρα τέτοια πράγματα, εμείς όμως που δεν μπορούμε να λέγωμε τώρα τούτο (διότι είδαμε πολλά και πολύ μεγαλύτερα από αυτό θαύματα που ετελέσθηκαν όχι μόνο από τον Χριστό, αλλά και από τους μαθητάς του και τους διαδόχους των στη συνέχεια με μόνη την επίκλησι του ονόματος του Χριστού)· εμείς λοιπόν, αδελφοί, ας τον δοξάσωμε με έργα τώρα, λαμβάνοντας και το θαύμα τούτο αναγωγικώς ως υπόδειγμα προς την αρετή. Διότι ο καθένας από τους προσ­κολλημένους στις ηδονές είναι παράλυτος στην ψυχή, κατακείμενος επάνω στην κλίνη της ηδυπαθείας και της φαινομενι­κής σαρκικής ανέσεως επάνω σ' αυτήν· αλλ' όταν πειθόμενος στις ευαγγελικές παραινέσεις με την εξομολόγησι κατανικά τις αμαρτίες του και την από αυτές προκληθείσα παράλυσι της ψυ­χής του, φέρεται προς τον Κύριο από τις εξής τέσσερις δυνά­μεις· την αυτοκριτική, την εξομολόγησι των προηγουμένων αμαρτιών, την υπόσχεσι αποχής από τα κακά στο μέλλον και την δέησι προς τον Θεό. Αλλ' αυτά δεν μπορούν να φέρουν κοντά στο Θεό, αν δεν ξεσκεπάσουν την οροφή, ρίπτοντας κάτω τα κεραμίδια και το χώμα και τα άλλα υλικά. Όροφος δε είναι σ' εμάς το λογιστικό της ψυχής, εφ' όσον ευρίσκεται επά­νω από όλα όσα είναι σ' εμάς· έχει δε τούτο πολύ υλικό ευρι­σκόμενο επάνω του, την σχέσι προς τα πάθη και τα γήινα. Όταν λοιπόν αυτή η σχέσις λυθή και αποτιναχθή από τα τέσ­σερα προλεχθέντα, τότε πραγματικά μπορούμε να κατεβασθούμε, δηλαδή να ταπεινωθούμε αληθινά και να προσπέσωμε και να προσεγγίσωμε τον Κύριο, να ζητήσωμε και να λάβωμε από αυτόν την θεραπεία.

13. Πότε δε γίνονται αυτά τα έργα της μετανοίας; Γίνονται όταν ήλθε ο Ιησούς στην πόλι του, δηλαδή μετά την σαρκική επιδημία του στον κόσμο, ο οποίος είναι δικός του αφού εκτίσθηκε από αυτόν, όπως λέγει περί αυτού και ο ευαγγελιστής, ότι «ήλθε στα δικά του, αλλά οι δικοί του δεν τον υποδέχθη­καν σ' εκείνους δε που τον υποδέχθηκαν έδωσε εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού, σ' αυτούς που πιστεύουν στο όνομά του» (Ιω. 1, 11). Γι' αυτό και ο παραλυτικός νους, όταν προσκύνησε με τόση πίστι, ακούει αμέσως από αυτόν το όνομα «τέκνο» και λαμβάνει την άφεσι και την θεραπεία· και όχι μόνο αυτά αλλά προσλαμ­βάνει και δύναμι να σηκώνη και μεταφέρη το κρεββάτι στο οποίο ήταν ξαπλωμένος. Ως κρεββάτι δε να εννοήσης το σώμα στο οποίο είναι προσδεδεμένος και δια του οποίου επιδίδεται στα έργα της αμαρτίας ο νους που ακολουθεί τις σαρκικές ορέξεις.

14. Μετά τη θεραπεία όμως ο νους μας άγει και φέρει το σώμα σαν υποχείριο και δι' αυτού επιδεικνύει τους καρπούς και τα έργα της μετανοίας· ώστε όσοι βλέπουν, να δοξάσουν τον Θεό, βλέποντας σήμερα ευαγγελιστή τον χθεσινό τελώνη, απόστολο τον διώκτη, θεολόγο τον ληστή, υιόν του ουρανίου Πατρός τον προηγουμένως ζώντα με τους χοίρους, εάν δε θέλης, και σχεδιάζοντα μέσα του αναβάσεις και πορευόμενο από δόξα σε δόξα με την καθημερινή προκοπή προς το ανώτερο. Γι' αυτό και ο Κύριος λέγει προς τους ιδικούς του, «έτσι ας λάμψη το φως σας εμπρός στους ανθρώπους, για να ιδούν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον επουράνιο Πατέρα σας» (Ματθ. 5, 16). Λέγει δε τού­το, για να παραγγείλη όχι να επιδεικνύωνται, αλλά να πολιτεύωνται θεοφιλώς. Όπως δε το φως ελκύει ανέτως τους οφθαλ­μούς των ορώντων, έτσι και η θεοφιλής διαγωγή μαζί με τους οφθαλμούς προσελκύει και τη διάνοια. Και όπως πάλι στην περίπτωσι του ηλιακού φωτός δεν επαινούμε τον αέρα που μετέ­χει της λαμπρότητος, αλλά τον ήλιο που έχει και παρέχει την αυγή της λαμπρότητος, και αν επαινέσωμε τον αέρα ως φωτει­νό, πολύ περισσότερο πρέπει τον ήλιο· έτσι και με εκείνον που δια των έργων της αρετής επιδεικνύει την λαμπρότητα του ηλίου της δικαιοσύνης· διότι αυτός, μόλις ιδωθή, σύρει προς την δόξα του επάνω στους ουρανούς Πατρός του ηλίου της δι­καιοσύνης Χριστού.

15. Και για να παραλείψω τώρα εγώ τις μεγαλύτερες αρετές θα αναφέρω τούτο· όταν μέσα στην ιερά εκκλησία παραστεκόμενος στον Θεό μαζί με σας στραφώ και ιδώ αυτούς που ανα­πέμπουν τους ύμνους και τις δεήσεις προς τον Θεό με σύνεσι και κατάνυξι ή κάποιον που στέκεται σιωπηλός και ακούει σύννους, ενθουσιάζομαι αμέσως και με μόνη τη θέα αυτή και γεμί­ζω αγαλλίασι και δοξάζω τον ουράνιο Πατέρα Χριστό, χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να πράξη κανείς κανένα καλό και δια του οποίου κατορθώνεται κάθε επίτευγμα των ανθρώπων.

16. Αλλά τί θα ειπούμε τώρα προς αυτούς που ούτε σιωπηλοί στέκονται ούτε συμψάλλουν, αλλά συναντούν αλλήλους και αναμιγνύουν τη λογική προς τον Θεό λατρεία μας με κοσμική συναναστροφή, ώστε ούτε αυτοί ακούουν τα ιερά και θεόπνευστα λόγια κι' εκείνους που θέλουν ν' ακούουν εμποδίζουν; «Έως πότε, αγαπητοί, θα χωλαίνετε κι' από τα δύο πόδια», θα έλεγε ο θεσβίτης Ηλίας (Γ’ Βασ. 18, 21), θέλοντας να επιδίδεσθε συγχρόνως με την προσευχή και σε λόγους ακαίρους και γηίνους και μη κατορθώνοντας φυσικά κανένα από τα δύο, αλλά καταστρέφον­τας το ένα με το άλλο, μάλλον δε φθείροντας αυτά δι' αλλήλων; Έως πότε κι' εδώ δεν θ' αποφύγετε τα λόγια της ματαιότητος, αλλά θα κάμετε τον οίκο της προσευχής οίκο εμπορείας ή λόγον εμπαθείας, οίκο στον οποίο λέγονται και ακούονται λόγια αιώνιας ζωής, αλλά από εμάς καθώς ζητούμε από τον Θεό με ακαταίσχυντη ελπίδα την αιώνια ζωή, αλλά δε από τον Θεό κα­θώς την προσφέρει σ' αυτούς που την ζητούν με όλη την ψυχή και τη διάνοια, αλλ' όχι σ' αυτούς που δεν στρέφουν ούτε καν όλη τη γλώσσα προς την αίτησι;

17. Τώρα, αδελφοί, η θυσία μας προς τον Θεό δεν τελείται με φωτιά, όπως επί του Μωυσέως, αλλά δια λόγου. Τότε λοιπόν, όταν ο Θεός εδεχόταν την θυσία φερομένην προς τα άνω με πυρ, οι μαζί με τον Κορέ επαναστάτες, επειδή προσέφεραν ξένο απ’ έξω πυρ, κατεκάησαν από το ιερό πυρ που ώρμησε προς αυτούς αυτομάτως (Αρ. 16, 34). Ας φοβηθούμε λοιπόν κι' εμείς μήπως, φέροντας απ' έξω ξένους λόγους στο λογικό τούτο θυ­σιαστήριο του Θεού, στην Εκκλησία δηλαδή, κατακριθούμε τελεσιδίκως από τους θείους λόγους που είναι σ' αυτήν, καθι­στώντας έτσι τους εαυτούς μας αξίους της απαισίας φωνής και καταδίκης. Ναι, ας φοβηθούμε, παρακαλώ, και όσο είμαστε εδώ να προσφέρωμε την ικεσία παριστάμενοι στον Θεό με φόβο· όταν δε εξέλθωμε από εδώ, θα επιδείξωμε την από εδώ μεταβολή των τρόπων προς το καλύτερο, μη γοητευόμενοι από κέρδη, και μάλιστα άδικα, αποφεύγοντας όρκους και μάλιστα τους ψευδείς, απέχοντας αισχρών λόγων, πολύ δε περισσότερο των σχετικών με αυτά πράξεων, της καταλαλιάς, του δόλου, της μεγαλαυχίας, διαπαιδαγωγώντας και κινώντας με θεόφρονα νου κάθε μέλος και αίσθησι, και φέροντας το σώμα και αναβιβά­ζοντάς το με λόγο και θείο φόβο, αλλά μη καταβιβαζόμενοι και κατεχόμενοι από το σώμα προς τις χαμερπείς και βδελυρές ορέξεις· διότι εμάθαμε από τον Παύλο κι' εγνωρίσαμε ότι, αν μεν ζούμε σαρκικώς, πρόκειται ν' αποθάνωμε, αν δε θανατώνωμε με το πνεύμα τις πράξεις του σώματος, θα ζήσωμε αιωνίως (Ρωμ. 8, 13).

18. Και τώρα ας κινήσωμε όλους όσοι μας βλέπουν σε δοξολόγησι του Θεού, αφού γνωρίσουν καλά ότι ο οίκος αυτός φέ­ρει μέσα του τον Χριστό, που σφίγγει τους παραλύτους κατά την ψυχή και παραγγέλλει να σηκώνουν και ανεβάζουν προς αυτόν με πνευματικό και θεοφιλή λογισμό τις σωματικές αι­σθήσεις και αντιλήψεις, αλλά να μη φέρωνται και καταρρί-πτωνται από αυτές ασυνέτως· και έτσι να υπάγουν στον πρα­γματικά δικό μας οίκο, δηλαδή στον ουρανό και στον υπερουράνιο χώρο, όπου ευρίσκεται τώρα ο Χριστός, ο κληρονόμος και κληροδότης μας.

19. Σ' αυτόν πρέπει δόξα, δύναμις, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος καί ἡ ἐποχή του

Ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος καί ἡ ἐποχή του
Εἶναι ἀξιοπαρατήρητο ὅτι στή συλλογή ἄρθρων «Σερβική συντηρητική σκέψη», πού δημοσιεύθηκε ἀπό τή μή κυβερνητική ὀργάνωση «Παρατηρητήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τοῦ Ἐλσίνκι» τό 2003, ἔκαναν μία ἀνάλυση τῆς σκέψης τοῦ ἁγ. Ἰουστίνου, ἡ ὁποία προῆλθε ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἀπό τό βιβλίο του «Φιλοσοφικοί κρημνοί»[1]. Σύμφωνα μ᾿ αὐτήν τήν ἀνάλυση, συμπεραίνεται καταφανῶς ὅτι ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος ὑπῆρξε πρωτόγονος, ἀδιαφώτιστος, μισάνθρωπος πρός τήν Εὐρώπη ἀλλά καί πρός κάθε ἀνάπτυξη, ἀντιδιανοούμενος κλπ. Γιά νά γίνει αὐτή ἡ κριτική ἀκόμη πιό τραγική, σᾶς ἀναφέρω πώς κάτι παρόμοιο, λίγο πολύ, μπορεῖ νά βρεῖ κανείς καί σέ μερικούς σύγχρονους θεολόγους, ὅπως εἶναι ὁ Ἀριστοτέλης Παπανικολάου[2] καί μερικοί Ρουμᾶνοι θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν λόγο πρόπερσι στό Βόλο γιά τή «συναφῆ θεολογία», ἐνῶ ἀνέφεραν ὡς κακό παράδειγμα τή θεολογία τοῦ ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς.
Ἐδῶ προφανῶς πρόκειται γιά τή θεμελιώδη ἀγνωσία τῶν πραγμάτων, ἤ σαφέστερα, γιά τήν ἐρασιτεχνική προσέγγιση στή θεολογία τοῦ ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς. Μέ ἄλλα λόγια, ἐδῶ πρόκειται γιά τήν ἀκραία ἔλλειψη γνώσης περί τῆς θεολογίας καί τῆς φιλοσοφίας τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνα, ἐπειδή ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος ἀνῆκε στούς σχετικούς κύκλους ἐκείνης τῆς περιόδου. Ἐδῶ ἐπίσης πρόκεται καί γιά τήν ἔλλειψη γνώσης περί τῆς ἀτμόσφαιρας, τῶν συνθηκῶν καί τῶν παραγόντων πού ἐπικρατοῦσαν τότε στή Σερβία, ἰδίως στό Βελιγράδι, στούς καιρούς πού ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος ὑπῆρξε καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βελιγραδίου. Πρόκειται καί γιά τήν ἀγνωσία ὅλων τῶν λόγων πού τόν ἀνάγκασαν νά σκέφτεται ἀρνητικά περί τῆς τότε ἐπικρατούσης εὐρωπαϊκῆς κουλτούρας.
Μία τέτοια ἀρνητική στάση περί τῆς κουλτούρας, καί ἰδιαιτέρως περί τῆς εὐρωπαϊκῆς κουλτούρας, καί πολύ πιό ἀκραία ἀπ᾿ ὅ,τι στόν Πόποβιτς, μποροῦμε νά βροῦμε καί στόν Νίτσε[3], στόν Φρόυντ[4] καί στούς μεγάλους θεολόγους προτεστάντες τόν Κάρλ Μπάρθ καί τόν Emil Brunner, ἤ στούς χολοκάουστ-φιλοσόφους ὅπως εἶναι ὁ Theodor Adorno. Ἐπί παραδείγματι, ὁ Κάρλ Μπάρθ, στό ἔργο του «Ἡ πρός Ρωμαίους ἐπιστολή», τόνισε ὅτι ἡ κουλτούρα εἶναι μία φάτα μοργκάνα[5] (δηλ. μία βαριά ψευδαίσθηση), ἐνῶ στό ἄρθρο του «Ἐκκλησία καί κουλτούρα» προσέθεσε ὅτι ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ μόνο ἀρνητικά νά βλέπει τήν κουλτούρα, διότι αὐτές εἶναι δύο ὀντότητες πού ὄχι μόνο ὑφίστανται σέ δύο διαφορετικά ἐπίπεδα, ἀλλά σέ δύο ἐπίπεδα πού ἀλληλοαποκλείονται, ὅπως ἡ ἀλήθεια καί τό ψεῦδος[6]. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ Κάρλ Μπάρθ ἀπαιτοῦσε τήν ἀπελευθέρωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν βαβυλώνιο αἰχμαλωσία τοῦ «χριστιανισμοῦ» ὡς θρησκείας, δηλαδή, ὑποστήριζε τήν ἀπελευθέρωση ἀπό τήν κουλτούρα πού ἀρνεῖται τό Εὐαγγέλιο[7]. Ὁ Emil Brunner, στό ἔργο του «Χριστιανοσύνη καί πολιτισμός», ἐπισημαίνει ὅτι εἶναι μεγάλο ἐρώτημα ἐάν καθόλου μποροῦμε νά κάνουμε λόγο γιά μία χριστιανική Εὐρώπη, καί ἀναρωτιέται ἐάν ἡ Εὐρώπη κατά βάθος ἦταν ποτέ χριστιανική[8]. Περαιτέρω, στό ἔργο του «Ἀρνητική διαλεκτική», ὁ Theodor Adorno, ὁ ὁποῖος καταδιώχτηκε ὡς Ἑβραῖος ἀπό τή Γερμανία, θεωροῦσε ὅτι ἡ εὐρωπαϊκή κουλτούρα εἶναι ὑποκριτική, διότι μέσα σέ ἕναν τέτοιο πολιτισμό, μολονότι κατέχει τέτοια τέχνη καί ἐπιστήμη, συνέβη τό φαινόμενο τοῦ Ἄουσβιτς[9]. Κατ᾿ αὐτόν, αὐτό τό δεδομένο ἀποδεικνύει σαφέστατα τίς ἀδυναμίες τῆς Εὐρώπης καί τῆς κουλτούρας της.
Εἶναι ἀξιοσημείωτο πώς ὑφίσταται ἐλάχιστη πιθανότητα ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος νά ἐπηρεάστηκε ἀπ᾿ αὐτούς τούς στοχαστές. Ὅμως, ἐδῶ πρόκειται προφανῶς γιά τό ἴδιο στοχαστικό ἔνστικτο. Οἱ στάσεις τοῦ Ἀββᾶ Ἰουστίνου εἶναι κυρίως ἐμπειρικές, διότι ὅλα αὐτά τά ὁποῖα εἶδε μπροστά του ἦταν ἡ πραγματική εἰκόνα τῆς τότε σύγχρονῆς Εὐρώπης πού γεννιόταν, γιά τήν ὁποία ὁ Πόποβιτς ἔβγαλε προφητικά συμπεράσματα. Εἶναι πολύ σημαντικό νά ἀναφερθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ Πόποβιτς εἶδε καταστροφικές συνέπειες τῆς εὐρωπαϊκῆς κουλτούρας καί τῆς τότε ἐπικρατούσης νοοτροπίας ἤδη ὡς πολύ νέος, μετά τό ἐκκλησιαστικό λύκειο, ἐπειδή ἐπιστρατεύτηκε ἀμέσως ὅταν ξεκίνησε ὁ Α’ Παγκόσμιος πόλεμος. Αὐτός περιέθαλπε τότε τούς ἀσθενεῖς πού ἀρρώστησαν ἀπό τόν τύφο, ὅμως καί ὁ ἴδιος γρήγορα ἀρρώστησε ἀπ᾿ αὐτήν τήν ἐπικίνδυνη νόσο. Ἔπειτα, ὅταν ἀνέρρωσε, ἔζησε μέ τό σερβικό στρατό τήν ἐπική καί φοβερή ὑποχώρηση διαμέσου τῆς Ἀλβανίας. Μετέπειτα, ὑπῆρξε μάρτυς τῆς ἔναρξης τῆς κομμουνιστικῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπανάστασης στή Ρωσία τό 1917, ἐπειδή τότε εὑρίσκετο στή Ρωσία καί ἔπρεπε νά ξεκινήσει τίς σπουδές του ἐκεῖ. Κοντολογίς, πολλά δυσάρεστα καί καταστροφικά γεγονότα συνέβαιναν στήν Εὐρώπη κατά τήν περίοδο ἐκείνη.
Ὁ Σέρβος θεολόγος Ἡλίας Ρόμιτς, κάνοντας λόγο γιά τούς «Φιλοσοφικούς κρημνούς»[10], βρῆκε πολλά ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα σέ ἕνα βιβλίο, τό ὁποῖο μᾶς περιγράφει εὔστοχα τό περιβάλλον τοῦ Βελιγραδίου στήν χρονική περίοδο πού ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος ἦταν καθηγητής Πανεπιστημίου. Τό βιβλίο αὐτό λέγεται «Terazije[11] – τό μυθιστόρημα τοῦ μεταπολεμικοῦ Βελιγραδίου», πού δημοσιεύθηκε τό 1932 ἀπό τόν συγγραφέα Boško Tokin[12]. Αὐτό τό μυθιστόρημα περιγράφει τή ζωή μέσα στήν προτεύουσα τῆς Σερβίας, ἡ ὁποία ἄρχισε ριζικά νά ἀλλάζει πρός τό χειρότερο. Ἡ Εὐρώπη καί οἱ εὐρωπαικές ἀξίες τότε εἰσχώρησαν δραματικά στό αἷμα τοῦ σερβικοῦ λαοῦ. Ὅμως, αὐτές οἱ «ἀξίες» δέν ἦταν καθόλου πνευματικές[13].
Ὅπως γράφει ὁ Τόκιν, στό Βελιγράδι γινόταν τότε ἀφενός ὁ στραγγαλισμός τῆς βυζαντινῆς κληρονομιᾶς καί ἡ τυφλή υἱοθέτηση τοῦ εὐρωπαϊσμοῦ, καί ἀφετέρου ἡ ἐμφάνιση τῆς διαφθορᾶς, τοῦ χάους καί τοῦ ἡδονισμοῦ, ὡς μοναδικῶν πολιτιστικῶν ἀξιῶν[14]. Ἐνῶ οἱ διανοούμενοι ἀσχολοῦνταν τότε μέ τόν Μαρκήσιο Ντέ Σάντ, μέ τήν Καμασούτρα, μέ τόν Σάρλ Μπωντλαίρ καί μέ τήν ἰαπωνική πορνογραφία, οἱ ἁπλοί ἄνθρωποι περνοῦσαν τό χρόνο τους στίς πασαρέλες, στά τζάζ κλάμπ καί στούς ποδοσφαιρικούς ἀγῶνες[15]. Ὑπῆρξαν καί κάποιες προσπάθειες να γίνει καί μία «κάπως» κρυμμένη γκέι παρέλαση![16] Ἡ κάθε εἴδους ἀπιστία καί ἡ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης ἐπικράτησε στούς ἀνθρώπους, μαρτυρεῖ ὁ Τόκιν. Ὁ χριστιανισμός σχεδόν ἐξαφανίστηκε στή σερβική πρωτεύουσα, ἐπειδή ἐθεωρεῖτο πρωτόγονο καί ὀπισθοδρομικό φαινόμενο. Ὅπως παρατήρησε μέ πίκρα ὁ Τόκιν: «Εἶναι ἀδύνατο νά βρεῖ κανείς μία χριστιανή γιά σύζυγο σ᾿ αὐτό τό παντελῶς ἀντιχριστιανικό Βελιγράδι!»[17].
Ὅλα αὐτά τά δυσάρεστα φαινόμενα τά κοιτοῦσε καί τά ζοῦσε καί ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος μπροστά του ὡς τήν εἰκόνα τῶν νεοευρωπαϊκῶν ἀξιῶν. Ὡς ἐκ τούτου, στόν ἅγ. Ἰουστῖνο ἐξερράγη σάν ἡφαίστειο μία διάπυρη σύγκριση αὐτῆς τῆς ὀλέθριας κουλτούρας μέ τόν διαπαντός Ζῶντα Θεάνθρωπο Χριστό[18]. Καί σ᾿ αὐτά, κήρυξε τόν Ζωοδότη Χριστό στόν 20ο αἰῶνα μέ ἕναν ἀξιοθαύμαστο καί μοναδικό τρόπο, ὅπως κανείς ἄλλος πρίν ἀπό αὐτόν. Ὕστερα ἀπ᾿ αὐτήν τή σύγκριση, ὁλόκληρος αὐτός ὁ καινούργιος πολιτισμός κατά τό μέτρον τοῦ ἀνθρώπου γκρεμιζόταν μπροστά στά μάτια αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἁγίου. Πρέπει νά σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι καί ἡ κατοπινή ἱστορία τεκμηρίωσε τίς στάσεις καί τίς προφητεῖες τοῦ Πόποβιτς, ἐπειδή μόνο μερικά χρόνια μετά ξεκίνησε ὁ Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, μία τόσο μεγάλη συμφορά, τήν ὁποία δέν τήν εἶχε δεῖ ὁ κόσμος ποτέ πρίν.
Ὡστόσο, ὅλα αὐτά πού ἔχουμε ἀναφέρει ἐδῶ ἀσφαλῶς δέν σημαίνουν ὅτι ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος ἦταν ἐναντίον κάθε κουλτούρας ἐν γένει. Τοὐναντίον! Αὐτός ἔδωσε μία καινούργια σημασία καί στήν κουλτούρα καί στόν πολιστισμό, τούς μεταμόρφωσε μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό καί τούς ὀνόμασε ὀρθόδοξη κουλτούρα καί ὀρθόδοξος πολιτισμός, ὅπως ὑπογράμμισε στούς «Φιλοσοφικούς κρημνούς» του: «Στόν θεανθρώπινο ὀρθόδοξο πολιτισμό δέν ὑφίσταται τίποτα μηχανικό καί ἀνυπόστατο. Σ᾿ ὅλα τά ἐπίπεδα εἶναι ὑποστατικός καί ἀσκητικός. Σ᾿ αὐτόν ὅλα κατορθώνονται μόνο μέ τήν προσωπική ἐμπειρία καί τήν προσωπική ἄσκηση. Αὐτή πρωτίστως εἶναι ὁ θεανθρώπινος ὀργανισμός, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ[19]». Ὡς ἐκ τούτου εἶναι καταφανές ὅτι ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος Πόποβιτς οὐσιαστικά ὑπῆρξε ἕνας γνήσιος Εὐρωπαῖος, χριστιανός ὀρθόδοξος, ἕνας προφήτης τῆς Εὐρώπης ὁ ὁποῖος μᾶς προειδοποιοῦσε καί μᾶς προειδοποιεῖ ποῦ πηγαίνει κάθε κουλτούρα καί κάθε πολιτισμός πού στρέφεται ἐναντίον τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Μποροῦμε ἐλεύθερα νά κάνουμε μία ἀναλογία: Ἐάν ὁρισμένοι τονίζουν ὅτι ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος ἦταν ἀντιευρωπαῖος, τότε καί ὅλοι οἱ μεγάλοι προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ἀντισημῖτες, διότι ἀσκοῦσαν πολλές φορές αὐστηρότατη κριτική γιά τήν ἀπομάκρυνση τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ ἀπό τούς ὀρθούς δρόμους τοῦ Κυρίου! Οὔτε βέβαια οἱ προφῆτες τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ ἦταν ἀντισημῖτες διότι εἶχαν ἀγάπη καί πόνο γιά τόν λαό τους, οὔτε ὅμως καί ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἦταν ἀντιευρωπαῖος γιατί καί αὐτός εἶχε ἀγάπη καί γιά τούς λαούς τῆς Εὐρώπης. Γι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο πρότεινε τήν ὀρθόδοξη κουλτούρα καί τόν ὀρθόδοξο πολιτισμό ὡς θεραπευτικό καί λυτρωτικό μέσο γιά τούς ἱκανούς λαούς τῆς Εὐρώπης.
Συμπέρασμα
Ἐν κατακλεῖδι, αὐτό τό σπάνιο καί πανέμορφο βιβλίο ὄντως ἀξίζει νά διαβαστεῖ γιά ὅλους τούς παραπάνω λόγους. Μέσα ἀπ᾿ αὐτό ὁ ἀναγνώστης θά ἔχει τήν εὐκαιρία νά γνώρισει τόν ἅγ. Ἀββᾶ Ἰουστῖνο ὄχι μόνο ὡς ἕνα θαυμάσιο θεολόγο ἀλλά καί ὡς ἕνα ἐξαίσιο φιλόσοφο καί διανοούμενο τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Ὁ ἅγ. Ἀββᾶς Ἰουστῖνος ἔψαξε μέσα ἀπό ὅλα τά ἐπιτεύγματα τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης νά συναντήσει τόν Θεό. Νά σημειωθεῖ μάλιστα ὅτι πρόσφατα στή Σερβία γίνεται μία προσπάθεια ἐντοπισμοῦ ὅλης τῆς πλούσιας βιβλιογραφίας πού χρησιμοποίησε ὁ ἅγ. Ἀββᾶς Ἰουστῖνος γιά νά τεκμηριώσει τά ἔργα του, γεγονός πού ἀποδεικνύει τό ἐπιστημονικό του κῦρος, τήν βαθιά του θεολογική κατάρτιση καί τό πνευματικό του βίωμα[20]. Τέλος, πρέπει να τονιστεῖ μέ ἔμφαση ὅτι ὁ ἅγ. Ἀββᾶς Ἰουστῖνος Πόποβιτς εἶναι καί Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, διότι μέ τήν μαρτυρική του ζωή ἐπαλήθευσε καί ἐπιβεβαίωσε τή σταθερή του πίστη στόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του, ἕτοιμος ἀπό καιρό νά χύσει τό αἷμα του γιά τήν πίστη του αὐτή.

[1] Βλ. Mirko Đorđević, Srpska konzervativna misao, Ogledi br. 4, Helsinški odbor za ljudska prava, Beograd 2003, σ. 21-25.
[2] Βλ. ἀναλυτικότερα στό Bogdan Lubardić, Justin Ćelijski i Rusijaputevi recepcije ruske filosofije i teologije, ἐκ. Beseda, Novi Sad 2009, σ. 69-70.
[3] Friedrich Nietzsche, Unzeitgemäβe Betrachtungen, Friedrich Nietzsche Werke in Drei Bänden, Bd. 1, Herausgegeben von Karl Schlecta, Carl Hanser Verlag, München 1966, σ. 280-281.
[4] Πρβλ. Sigmund Freud, Πολιτισμός πηγή δυστυχίας, μετάφραση Νίκη Μυλωνᾶ, ἐκ. Νίκας, Ελληνική Παιδεία Α.Ε. 2011. Ὡς γνωστόν, ὁ Φρόυντ σ᾿ αὐτό τό βιβλίο τόνισε ὅτι ἡ κουλτούρα ἀσκεῖ κακή ἐπιρροή στό Ὑπερεγώ, καί ἀσχολήθηκε μέ τίς θεμελιώδεις συγκρούσεις μεταξύ τοῦ πολιτισμοῦ καί τοῦ ἀτόμου. Μεταξύ ἄλλων, ὁ Φρόυντ ἐδῶ καταφανῶς ἀσκοῦσε καί κριτική στόν τότε πολιτισμό τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης.
[5] Karl Barth, The Epistle to the Romans, (μετάφραση Hoskyns Oxford), Oxford Univesity Press 1933, σ. 277.
[6] Karl Barth, Church and Culture, στό «Theology and Church», SMC, London, 1962, σ. 337.
[7] Karl Barth, Church Dogmatics I/2, T&T Clark, Edinburgh, 1956, σ. 303.
[8] Emil Brunner, Christianity and Civilization, Charles Scribner’s sons, USA, 1948, σ. 6-7, 10-11.
[9] Theodor W. Adorno, Αρνητική διαλεκτική, μετάφραση Λευτέρη Αναγνώστου, ἐκ. Αλεξάνδρεια, Ἀθήνα 2006, σ. 433 ἑξ.
[10] Πρβλ. τήν σπουδαία μελέτη τοῦ Ilija Romić, Anti(kultura) u bogoslovlju Sv. Justina Ćelijskog, στή συλλογή ἄρθρων τοῦ Συμποσίου «Srpska teologija danas 2010 (28-29 Μαΐου 2010)», Beograd, Pravoslavni bogoslovski fakultet 2011, σ. 667-677.
[11] Ἡ πλατεία Terazije βρίσκεται στό κέντρο τοῦ Βελιγραδίου. Ἡ σερβική λέξη «terazije» σημαίνει ζυγαριά.
[12] Boško Tokin, Terazije roman posleratnog Beograda, ἐκ. Геца Кон, Београд 1932.
[13] Πρέπει νά τονιστεῖ ἐδῶ μέ ἔμφαση ὅτι τό 80% τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Σερβίας τότε ζοῦσε στά χωριά. Ἡ ἐπαρχία ὑπῆρξε τότε ὁ κύριος φορέας καί ὑπερασπιστής τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους τῆς Σερβίας. Ὅμως, στό Βελιγράδι ἦταν ἄλλη κατάσταση, ὅπως γράφει ὁ Τόκιν, καί ἡ πρωτεύουσα ὁλοένα προσπαθοῦσε νά εἰσαγάγει καινούργιες «ἀξίες» στήν ἐπαρχία, στήν ὁποία ἐπικρατοῦσε ἡ πατριαρχία.
[14] Boško Tokin , Terazije roman posleratnog Beograda, ὅπ. παρ., σ. 37.
[15] Ὅπ. παρ., σ. 18.
[16] Δηλαδή, ὁ Τόκιν μᾶς περίγραψε στό μυθιστόρημά του πώς τότε οἱ ὀλίγάριθμοι ὁμοφυλόφιλοι τοῦ Βελιγραδίου, πού κατάγονταν ἀπό τά ἐλίτ κυκλώματα τῆς πλουτοκρατίας, μέ ἀνησυχία περίμεναν τήν παρέλαση κατά τήν λαϊκή ἑορτή Bela Nedelja (Ἄσπρη Κυριακή), ὅταν γίνονταν οἱ μασκαράτες στό Βελιγράδι. Αὐτοί οἱ ὀλίγοι ὁμοφυλόφιλοι περίμεναν τότε νά μασκαρευτοῦν σάν γυναῖκες. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ὁ Τόκιν σχετίζει τήν ἐμφάνιση τοῦ φαινομένου τῆς ὁμοφυλοφιλίας στό Βελιγράδι μέ τίς ὀλέθριες ἐπιρροές τῆς εὐρωπαϊκῆς μόδας τῆς τότε ἐποχῆς, ἤ κοντολογίς, κάτι πού ἦρθε ἀπό τίς εὐρωπαϊκές πρωτεύουσες. Δυστυχῶς, κάτι παρόμοιο γίνεται καί σήμερα.
[17] Boško Tokin , Terazije roman posleratnog Beograda, ὅπ. παρ., σ. 52.
[18] Ὁ Ἡλίας Ρόμιτς, στήν ἀνωτέρω ἀναφερόμενη μελέτη του, παρατήρησε ὀρθῶς ὅτι αὐτή ἡ προφητική ἐξέγερση τοῦ ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς ὁμοιάζει ἐν πολλοῖς μέ τήν πνευματική ἐξέγερση τοῦ πρωταρχικοῦ μοναχισμοῦ τῆς Αἰγύπτου ἐναντίον τῆς τότε ἐπικρατούσης ἀρχαιοελληνικῆς κουλτούρας στήν Ἀλεξάνδρεια, ἀλλά καί ἐναντίον τῶν πολιτιστικῶν θεσμῶν τῆς ἀρχαιοελληνικῆς πόλης ἐν γένει. Αὐτήν τή στάση τοῦ Ρόμιτς ἐπιβεβαιώνει καί τό γεγονός ὅτι ὁ ἅγ. Ἀββᾶς Ἰουστῖνος ἀσχολήθηκε προηγουμένως βαθέως μέ τόν ἅγ. Μακάριο τόν Αἰγύπτιο στό διδακτορικό του «Τὸ πρόβλημα τῆς προσωπικότητος καὶ τῆς γνώσεως κατὰ τὸν ἅγιον Μακάριον τὸν Αἰγύπτιον» (1926), ἀλλά καί μέ τόν αἰγυπτιακό μοναχισμό ἐν γένει, διότι μετέφρασε στά σερβικά τήν «Ἱστορία τῶν μοναχῶν τῆς Αἰγύπτου» καί τήν «Λαυσαϊκή ἱστορία» (1933-1934). Βλ. Ilija Romić, Anti(kultura) u bogoslovlju Sv. Justina Ćelijskog, ὅπ. παρ., σ. 675-676.
[19] Ἰουστίνου Πόποβιτς, Φιλοσοφικοί κρημνοί, ὅπ. παρ., σ. 227.
[20] Περί αὐτοῦ τοῦ θέματος βλ. ἀναλυτικότερα στό Bogdan Lubardić, Justin Ćelijski i Rusija…, ὅπ. παρ. Εἶναι ἀξιοπαρατήρητο ὅτι αὐτό τό ἔργο εἶναι ὄντως μία ἀπό τίς πιό σπουδαῖες μελέτες πού ἐρευνοῦν τήν φιλοσοφικο-θεολογική σκέψη τοῦ ἁγ. Ἀββᾶ Ἰουστίνου. Ὁ συγγραφέας ἐδῶ ὑπογράμμισε ὅτι ὁ Πόποβιτς ἦταν ἐπηρεασμένος ὄχι μόνο ἀπό τόν Ντοστογιέφσκυ στή συγκρότηση τῆς σκέψης του περί τῆς εὐρωπαϊκῆς κουλτούρας, ἀλλά καί ἀπό τόν V. V. Zenkovsky, ἰδίως μέ τό ἔργο του «Russian Thinkers and Europe», μέ τήν σημαντική ἐπισήμανση: «Εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ δημιουργία μιᾶς δεύτερης νεοχριστιανικῆς Εὐρώπης» (σ. 74-77). Ἐπίσης, ὁ καθ. Bogdan Lubardić τόνισε ὅτι σημαντική ἐπιρροή στόν Πόποβιτς ἄσκησε καί τό ἔργο τοῦ Ὄσβαλντ Σπένγκλερ «Ἡ παρακμή τῆς Δύσης», τό ὁποῖο σέβονταν πολλοί σπουδαῖοι στοχαστές ἐκείνης τῆς περιόδου (ὅπ. παρ.).

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Το Άγιο Όρος του Edward Lear

Το Άγιο Όρος του Edward Lear


275908-00Ο Edward Lear (1812-1888) ήταν Άγγλος ζωγράφος.
Σε ηλικία 25 ετών ίδρυσε στούντιο στη Ρώμη, όπου παρέμεινε για μια δεκαετία, και από κει εξορμούσε σε διάφορες περιοχές της Ιταλίας και της Σικελίας.
Το Άγιο Όρος επισκέφθηκε το 1856 προερχόμενος από την Κέρκυρα και έχοντας προορισμό την Παλαιστίνη.
Αξιοπρόσεκτοι οι Πίνακες που απεικονίζουν την Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα και τις Καρυές.
Ο Edward Lear τους ζωγράφισε πριν ακόμη κτισθεί το νοτιοδυτικό τμήμα του μοναστηριού και το κτίριο της Ιεράς Κοινότητας στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους.
275912-04
287426-99
275910-02
275911-03
275909-01
Περισσότερα εδώ.
Πηγές:agioritikesmnimes.blogspot.gr-wikigallery.org

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Αγιο Ορος - Ασκητες - Ζωή - Σκήτες

Αγιο Ορος - Ασκητες - Ζωή - Σκήτες


Άγιο Όρος

Το Άγιο Όρος (επίσημα: Ιερά Κοινότης Αγίου Όρους ) είναι μια «Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία» εντός της Ελλάδας, (ίσως μοναδική στο κόσμο, με εξαίρεση τη κοσμική Λάσα του Θιβέτ), στην χερσόνησο του ΆθωΧαλκιδικής στην Μακεδονία, που θεωρείται κέντρο του Ορθόδοξου μοναχισμού.
Θεωρείται από τα σημαντικότερα τμήματα όχι μόνο της Βαλκανικής, αλλά της Ευρώπης και της Ανατολικής Εκκλησίας λόγω της μεγάλης εθνικής, ιστορικής, θρησκευτικής, γραμματειακής και πολιτισμικής αξίας αυτού ως ακόμη και κέντρου διατήρησης και συντήρησης πλούσιου υλικού, έτσι ώστε να χαρακτηρίζεται "καταφύγιο" και "μουσείο" μοναδικού θησαυρού ελληνικής τέχνης και γραμμάτων. της













Γεωγραφία



Το όρος Άθως

Η χερσόνησος του Άθω είναι η ανατολικότερη και τραχύτερη των τριών επιμέρους παράλληλων χερσονήσων (Κασσάνδρας ή Παλλήνης, Λόγκου ή Σιθωνίας -κεντρική, και Άθω ή Αγίου Όρους) που απαρτίζουν την χερσόνησο της Χαλκιδικής. Η χερσόνησος αυτή καλύπτεται από το όρος Άθω που κορυφώνεται σε μια μαρμάρινη πυραμίδα ύψους 2033μ., εξ ου και το όνομά της. Καταλήγει δε στο Ακρωτήριο Νυμφαίο ή Ακρόθωον. Στερείται ποταμών και λιμνών. Συνδέεται με την Χαλκιδική με στενό ισθμό, χαμηλής λωρίδας γης, μήκους 2 χλμ., ιστορικό από τους Περσικούς πολέμους το 480 π.Χ.. Μεταξύ της χερσονήσου του Αθω και της Σιθωνίας ή Λόγκου σχηματίζεται ο Σιγγιτικός ή κόλπος Αγίου Όρους, ενώ ΒΑ ο κόλπος της Ιερισσού.



Λίγα μίλια ΝΑ του Άθω βρίσκεται το μεγαλύτερο βάραθρο του Αιγαίου που από τα 80μ βάθος, απότομα φθάνει τα 1070μ.

Καθιέρωση ονόματος

Κατά το θεωρούμενο πρώτο Τυπικό που επικύρωσε ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής, ο Άθως καλείται απλώς «Όρος» που ίσως αυτή να ήταν η συνήθης τότε ονομασία του χώρου.
Η επικράτηση όμως του ονόματος «Άγιον Όρος» φαίνεται να έγινε κατά το πρώτο μισό του 12ου αιώνα, συγκεκριμένα σε χρυσόβουλο έγγραφο του Αυτοκράτορα Αλέξιου Α' Κομνηνού προς την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας το 1144 που αναγνωρίζεται οριστικά και επίσημα και επιβάλλεται το νέο όνομα όπως αναγράφεται σ΄ αυτό:
«Εφεξής το όνομα του Άθω καλείσθαι Άγιον Όρος παρά πάντων».
Σε μετέπειτα Αυτοκρατορικά και άλλα έγγραφα αναφέρεται ως «Το Αγιώνυμον Όρος του Άθω».

Πολιτική Κατάσταση

Το Άγιο Όρος αποτελεί αυτοδιοίκητο και αυτόνομο τμήμα του Ελληνικού κράτους, που υπάγεται πολιτικά στο Υπουργείο Εξωτερικών και θρησκευτικά στην Δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Έχει εδαφικά διαιρεθεί σε είκοσι αυτοδιοίκητες περιοχές. Κάθε περιοχή αποτελείται από μία κυρίαρχη μονή και διάφορους άλλους μοναστικούς οικισμούς γύρω από αυτήν (σκήτες, κελλιά, καλύβες, καθίσματα, ησυχαστήρια). Όλες οι μονές είναι Κοινόβιες, δηλαδή κοινή λειτουργία, προσευχή, στέγη, σίτιση και εργασία μεταξύ των μοναχών. Υπεύθυνος της κάθε μονής είναι ο Ηγούμενος που εκλέγεται από τους μοναχούς της μονής ισόβια. Οι Ηγούμενοι των μονών συγκροτούν την Ιερά Σύναξη και ασκούν την νομοθετική εξουσία.

Οργάνωση

Η πολιτεία του Αγίου Όρους αποτελεί αυτοδιοίκητο και αυτόνομο τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και κυβερνάται με βάση τον Καταστατικό Χάρτη του 1924.Το Ελληνικό Κράτος εκπροσωπείται απο τον Πολιτικό Διοικητή του Αγίου Όρους ο οποίος είναι επιφορτισμένος με την τήρηση του Αγιορίτικου καθεστώτος και υπάγεται στο Υπουργείο Εξωτερικών,και απο εκκλησιολογικής πλευρας υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.
  • Την εκτελεστική εξουσία στο Άγιο Όρος αντιπροσωπεύει η Ιερά Επιστασία της οποίας ο Πρόεδρος φέρει την ονομασία Πρωτεπιστάτης.Η Ιερά Επιστασία αποτελείται από 4 μέλη επιλεγμένα από τις 5 πρώτες ιεραρχικά μονές.
  • Η νομοθετική εξουσία αντιπροσωπεύεται απο την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους,επίσης η Ιερά Κοινότητα έχει εκτός των άλλων και δικαστική αρμοδιότητα σε υποθέσεις Αστικού Δικαίου για πλημμελήματα που συνέβηκαν εντός των γεωγραφικών ορίων του Αγίου Όρους.Για όλες τις υπόλοιπες(Κακουργήματα κλπ.) αρμόδια δικαστήρια εκδίκασης είναι αυτά της πόλεως της Θεσσαλονίκης.
  • Ως Ανώτατη Εκκλησιαστική και Δικαστική Αρχή εντός του Αγίου Όρους αναγνωρίζεται η Διπλή Ενιάυσεως Σύναξη η οποία συνέρχεται τακτικά μία φορά τον χρόνο εκτός και εάν απαιτείται διαφορετικά και μπορεί να αποφανθεί δια πάν ζήτημα.
  • Και τέλος χρέη Ανωτάτου Εφετείου γιά Εκκλησιαστικά-Πνευματικά θέματα ασκεί η σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Μοναστικά ιδρύματα

Τα Μοναστικά ιδρύματα του Αγίου Όρους διακρίνονται σε έξι τάξεις: τις Ιερές Μονές ή Μοναστήρια, τις Σκήτες, τα Κελιά, τις Καλύβες, τα Καθίσματα και τα Ησυχαστήρια.

Ιερές Μονές


Η Μονή Σίμωνος Πέτρας στο Άγιον Όρος, χτισμένη σε υψόμετρο 300 μέτρων πάνω από την ακτή. Στα αριστερά, διακρίνεται και το παρακείμενο υδραγωγείο

Όλες οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, καλούμενες και Αθωνικές, αποτελούν θρησκευτικά πνευματικά ιδρύματα και όλες χαρακτηρίζονται "Κυρίαρχες", "Βασιλικές", "Πατριαρχικές" και "Σταυροπηγιακές".
"Κυρίαρχες" λέγονται επειδή διατηρούν ιδιοκτησιακό αυτοδιοίκητο του χώρου τους, μή υποκείμενο σε κανένα περιορισμό ως προς τον αριθμό των μοναχών.
"Βασιλικές" διότι η ίδρυσή τους οφείλεται σε εντολή ή συνδρομή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων ή, η ίδρυσή τους επικυρώθηκε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο.
"Πατριαρχικές ονομάσθηκαν αργότερα με την έκδοση πατριαρχικών σχετικών σιγιλλίων, όταν συνδέθηκαν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως
που ανέλαβε την πνευματική και μόνο εποπτεία τους. Και τέλος "Σταυροπηγιακές" από το σταυρό που έστελναν οι Αυτοκράτορες ή ο Πατριάρχης και τοποθετούνταν στη θεμελίωση.
Οι Αθωνικές Μονές σήμερα είναι όλες κοινόβιες. Παλιότερα κάποιες ήταν ιδιόρρυθμες.
  • Στις κοινόβιες οι αδελφοί έχουν τα πάντα κοινά και τίποτε ιδιόκτητο. Της Μονής προΐσταται ισόβιος Ηγούμενος, ο Κοινοβιάρχης, έχοντας γύρω του τη Γεροντία και τους Επιτρόπους, εκλεγόμενος δε διά πλειοψηφίας υπό τη Γεροντία σε μυστική ψηφοφορία, από κατάλογο υποψηφίων, που και αυτός καταρτίζεται από πλειοψηφία από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου (διανυόντων του 6ου από της κουράς των έτους) μοναχών. Για τον Ηγούμενο απαιτούνται ορισμένα πνευματικά και ηθικά προσόντα, δύναται όμως να παυθεί με απόφαση της Γεροντίας και κατόπιν πλειοψηφίας των εχόντων δικαίωμα ψήφου της Αδελφότητας. Αν ο εκλεγείς Ηγούμενος δεν φέρει το βαθμό του Αρχιμανδρίτη, χειροτονείται αμέσως μετά την εκλογή.
  • Στις ιδιόρρυθμες Μονές οι μεν μοναχοί ενδιαιτώνται μεμονομένα ο καθένας, τα δε των Μονών αυτών διέπει Επιτροπή και η Σύναξη των Προϊσταμένων.
Κατά ταύτα, των μεν κοινοβίων η Διοίκηση είναι σχεδόν μοναρχική αλλά μετά κοινοκτημοσύνης, των δε ιδιορρύθμων ολιγαρχική αριστοκρατική. Από τις 20 κυρίαρχες Μονές όλες σήμερα είναι κοινοβιακές. Ο δε αριθμός των 20 Μονών, ως ανεγνωρισμένες ανέκαθεν από την Εκκλησία και την Πολιτεία, δεν μπορούν ούτε να αυξηθούν αλλά ούτε και να ελαττωθούν. Των Μονών δε αυτών οι 17 είναι ελληνικές, 1 Σερβική, 1 Ρωσική, και 1 Βουλγαρική και αναλυτικότερα:
Το Άγιο Όρος συνίσταται από είκοσι ιερές, κυριαρχικές, βασιλικές, πατριαρχικές και σταυροπηγιακές μονές. Σύμφωνα με την ιεραρχική τάξη οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, καλούμενες και Αθωνικές, είναι οι εξής (δες επίσης Ελληνικά μοναστήρια):

Η Μονή Σταυρονικήτα βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της χερσονήσου. Διακρίνονται το καθολικό της Μονής, η κορυφή του όρου Άθως και ο αρσανάς της Μονής Ιβήρων

Όλα τα άλλα ιδρύματα, σκήτες, κελλιά, ησυχαστήρια είναι εξαρτήματα των Μονών. Εκτός από τις είκοσι κυρίαρχες μονές σε κανέναν άλλο δεν επιτρέπεται δικαίωμα ιδιοκτησίας στο Άγιον Όρος. Όλες οι Μονές, ως πατριαρχικές και σταυροπηγιακές, υπάγονται στην πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού ΠατριαρχείουΚωνσταντινουπόλεως και δεν επιτρέπεται η μνημόνευση κανενός άλλου επισκόπου εκτός του Οικουμενικού Πατριάρχη (εκτός απο τη μονή Εσφιγμένου της οποίας οι μοναχοί ΔΕΝ μνημονεύουν τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο).
Δεν επιτρέπεται η διαβίωση στο Όρος σε ετερόδοξους ή σχισματικούς. Όλοι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, οποιασδήποτε εθνικότητας και αν είναι, λαμβάνουν αυτόματα την ελληνική υπηκοότητα. Η δικαιοσύνη απονέμεται από τις μοναστηριακές αρχές και την Ιερά Κοινότητα, εκτός από τις ποινικές υποθέσεις.
Οι Ιερές Μονές είναι αυτοδιοίκητες και διοικούνται σύμφωνα με τον εσωτερικό τους κανονισμό, τον οποίο ψηφίζουν οι ίδιες και εγκρίνει η Ιερά Κοινότητα. Η Ιερά Κοινότητα αποτελείται από είκοσι αντιπροσώπους των Μονών και εδρεύει στις Καρυές ως διαρκές σώμα.
Στη χερσόνησο του Άθω, σύμφωνα με την παλαιά βυζαντινή τάξη, απαγορεύεται η είσοδος γυναικών. Ο περιορισμός αυτός έχει πνευματική βάση στην παρθενία των μοναχών και την αφιέρωση του Όρους στη Θεοτόκο. Ονομάζεται «άβατον» και ισχύει από την αρχή της σύστασης της ιδιόρυθμης πολιτείας, αν και κατά το παρελθόν σε στιγμές ανάγκης έχει καταλυθεί.

Ιστορική αναδρομή

Μύθοι και αρχαϊκή περίοδος

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, το όρος Άθωνας συνδέεται με τη γιγαντομαχία μεταξύ των Γιγάντων και των Ολύμπιων θεών, ηγέτης των πρώτων ήταν ο Άθως. Ο Άθως πέταξε έναν τεράστιο βράχο εναντίον του Ποσειδώνα από τη Θράκη, αλλά αστόχησε και ο βράχος έπεσε στη θάλασσα, δημιουργώντας το όρος, στο οποίο δόθηκε το όνομά του.
Σύμφωνα με έναν άλλο μύθο, ο θεός Απόλλωνας ερωτεύτηκε τη Δάφνη, κόρη του βασιλιά της Αρκαδίας. Η Δάφνη, προκειμένου να κρατηθεί αγνή, βρήκε καταφύγιο στον κύριο λιμένα του Άθωνα, δίνοντας έτσι το όνομά της σε αυτόν. Από αυτόν το μύθο φαίνεται ότι από τους αρχαίους χρόνους η περιοχή συνδέθηκε με τον αγώνα κατά της σάρκας.
Οι αρχαίοι γεωγράφοι αναφέρουν δέκα πόλεις στη χερσόνησο: Δίον, Θύσσος, Κλεωναί, Ακρόθωοι, Χαράδρια, Παλαιώριον, Σάνη, Ολόφυξος, Απολλωνία, Ουρανούπολις. Κατά τη διάρκεια των ιστορικών χρόνων ο Άθως αναφέρεται για πρώτη φορά σχετικά με την περσική αποστολή ενάντιον της Ελλάδας υπό την ηγεσία του Μαρδόνιου το 493 π.Χ. Πλέοντας γύρω από τη χερσόνησο, ο περσικός στόλος συνάντησε κακοκαιρία και υπέστη φοβερή καταστροφή. Κατ’αυτό τον τρόπο η αποπειραθείσα εισβολή ματαιώθηκε.
Δέκα έτη αργότερα ο Ξέρξης επανέλαβε την αποστολή, αλλά προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος νέας καταστροφής έσκαψε ένα κανάλι στο στενό λαιμό της χερσονήσου. Επίσης ο κόλπος του Αγίου Όρους συνδέεται και με την απώλεια του στόλου του Σπαρτιάτη Επικλέους στα 411 π.Χ.

Υπαγωγή στο Βασίλειο των Μακεδόνων

Το 368 π.Χ. η χερσόνησος και οι πόλεις της έγιναν μέρος του κράτους του Φιλίππου Β’. Μερικά έτη αργότερα ο γιος του Αλέξανδρος ο Μέγας έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας και υπέταξε όλο τον ελλαδικό χώρο. Λέγεται ότι εκείνη την περίοδο ένας αρχιτέκτονας, ο Δεινοκράτης, πρότεινε στον Αλέξανδρο να μετασχηματίσει το βουνό και όλη την χερσόνησο σε ένα τεράστιο άγαλμα, που θα απεικόνιζε τον Αλέξανδρο να κρατά μια πυκνοκατοικημένη πόλη στο χέρι του. Ο Αλέξανδρος απάντησε ότι πρέπει να αφήσει την περιοχή στην ησυχία της.

Πρώτα σημάδια μοναστικού βίου

Το πότε ακριβώς διαδόθηκε ο Χριστιανισμός στον Άθω δεν είναι γνωστό. Κατά μία ρωσική παράδοση φέρεται η ίδια η Θεοτόκος να εμφανίζεται στη περιοχή και οι κάτοικοι ν΄ ασπάζονται τον Χριστιανισμό. Συγκεκριμένα η Θεοτόκος μαζί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη παραπλέοντας τον Άθω, πηγαίνοντας στην Κύπρο για να επισκεφθούν τον Λάζαρο λόγω φοβερής θαλασσοταραχής αποβιβάστηκαν στην ακτή όπου βρίσκεται σήμερα η Ιερά Μονή των Ιβήρων. Εκεί η Θεοτόκος θαυμάζοντας τον χώρο ακούσθηκε φωνή εξ ουρανού που έλεγε: "Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σός και περιβόλαιον σόν καί παράδεισος, έτι δε καί λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι".
Έτσι το Άγιο Όρος καθιερώθηκε να λέγεται ως "κλήρος και περιβόλι της Παναγιάς".
Επίσης παραδίδεται παράδοση κατά την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος έκτισε στον Άθω πλείστους ναούς. Από την έρευνα όμως ουδέν θετικό επ΄ αυτής μαρτυρείται. Βέβαιο όμως είναι, (από κείμενα), ότι κατά τον Δ' αιώνα υπήρχαν χριστιανοί, τα ίχνη και η τύχη των οποίων όμως παραμένουν άγνωστα. Είναι πιθανό ότι μεμονωμένοι ερημίτες ασκήτεψαν στον Άθωνα κατά τη διάρκεια του τέταρτου και πέμπτου αιώνα, ενώ ήταν πολυάριθμοι κατά τον ένατο αιώνα, όταν έγιναν οι πρώτες προσπάθειες για οργάνωση σε μοναστηριακές κοινότητες.
Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι μοναχοί από τον Άθωνα παρευρέθηκαν στη Σύνοδο που οργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη για την αποκατάσταση των εικόνων το 843. Επίσης κατά το 2ο ήμισυ του Θ' αιώνα ο Ιωάννης Κολοβός έκτισε, στο βόρειο τμήμα, το λεγόμενο Μεγάλη Βίγλα, το πρώτο Μοναστήρι. Τότε και ορίσθηκαν τα σύνορα του Άθω και απαγορεύτηκε η είσοδος σε αυτόν των λαϊκών, μη εξαιρουμένων και των ποιμένων. Έτσι ο Άθως άρχισε να αποτελεί αποκλειστικό τόπο ασκητών, και «οικητήριο βίου Αγίου».
Ανεξάρτητα όμως των παραπάνω, από ιστορικής άποψης, τρεις υπήρξαν οι κύριοι λόγοι της ανάπτυξης του Μοναχισμού του Αγίου Όρους.
  1. Η προηγούμενη διάλυση των αρχαίων πόλεων, με συνέπεια όλος ο χώρος να είναι κενός και επομένως κατάλληλος για ασκητές.
  2. Η εξάπλωση των εχθρών των Βυζαντινών στις ανατολικές περιοχές όπου και κατέτρεψαν τα παλαιότερα εκεί μοναστήρια, και
  3. Η εικονομαχία που ξέσπασε στη Κωνσταντινούπολη ένεκα της οποίας πολλοί μοναχοί αναζήτησαν κάποιο νέο χώρο, "καταφυγιο".
  • Με δεδομένα αυτά συμπεραίνεται πλέον ασφαλώς ότι ο Μοναχισμός του Αγίου Όρους άρχισε περί τον 8ο αιώνα, ενώ από τον επόμενο αιώνα το Άγιο Όρος αποτελεί πλέον και ιστορικά το σημαντικότερο μοναστικό κέντρο της εποχής και όλων των μετέπειτα εποχών.
Ιστορικά η αρχή της αθωνικής μοναστικής ζωής συμπίπτει με τη Σύνοδο του 843 που συγκάλεσε η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα για την αναστήλωση των ιερών εικόνων επί Πατριάρχου Μεθοδίου Α΄, και ειδικότερα με την άφιξη στον Άθωνα δύο μεγάλων προσωπικοτήτων. Πρώτος ησυχαστής αναφέρεται ο Πέτρος ο Αθωνίτης, του οποίου η άφιξη μπορεί να τοποθετηθεί στο τέλος του Ζ' αιώνα, ενώ ο δεύτερος είναι ο Ευθύμιος ο Νέος ο οποιος ήρθε στο Όρος, από τη Θεσαλονίκη, περί το 860. Οι δύο αυτοί άνδρες αν και περίπου σύγχρονοι εκπροσωπούσαν διαφορετικές ασκητικές τάσεις μοναχισμού, ο μεν πρώτος του λεγόμενου "ερημιστισμού" και ο δεύτερος του λεγόμενου "λαυριωτισμού". Τέλος με χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ το 885 ο Άθως ορίσθηκε ως αποκλειστικός τόπος διαμονής ασκητών αποκλειομένων οποιονδήποτε άλλων κοσμικών, ακόμα και ποιμένων ή γεωργών.
Έτσι ο αγιορείτικος μοναχισμός άρχισε ν΄ αναπτύσσεται όπως και στα παλαιότερα κέντρα του στην Ανατολή παιρνόντας από τρια στάδια: του ασκητικού, του κοινοτικού και του κοινοβιακού μέσα σε σύντομο διάστημα. Οι πρώτοι ερημίτες μοναχοί εγκαταστάθηκαν στην αρχή της χερσονήσου όπου το έδαφος ήταν ομαλό λόγω όμως των επιδρομών των Σαρακηνών πειρατών άρχισαν σιγά σιγά να μεταφέρονται σε τελείως απρόσιτες περιοχές μέσα στη χαρσόνησο. Στη συνέχεια οι μοναχοί εκείνοι συγκεντρώθηκαν στις λεγόμενες "λαύρες" (οργανωμένες ομάδες) όπως εκείνες παλαιότερα της Παλαιστίνης. Από αυτές δύο έμειναν γνωστές, εκείνη του Κλήμεντος, κοντά στη σημερινή Μονή Ιβήρων, και η λεγόμενη "Καθέδρα των Γερόντων" επί του υψώματος "Ζυγός" που ήταν και η σπουδαιότερη. Επίσης πολλών παλαιών ασκητικών συνοικισμών και ασκητηρίων διατηρήθηκε η μνήμη όπως και το «Αθωνικόν Πρωτάτον» (αρχαιότατος μοναστικός οικισμός του Αγίου Όρους).

Οργάνωση των Μονών

Η πλησιέστερη επισκοπική έδρα ήταν αυτή της Ιερισσού και ο οικείος Επίσκοπος985 ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος με Χρυσόβουλλο απάλλαξε τους ερημίτες απο τη δικαιοδοσία της Μονής Αγίου Ιωάννου του Κολοβού που βρισκόταν κοντά στην Ιερισσό, και παρεχώρησε τον Άθωνα ως ιδιοκτησία τους. απαίτησε να έχει στη δικαιοδοσία του τους μοναχούς της χερσονήσου. Στα
Σύντομα, το παλαιότερο των κυρίαρχων μοναστηριών, η Ιερά Μονή του Ξηροποτάμου, χτίστηκε και εισήλθε υπό το μοναχικό τυπικό του Αγίου Βασιλείου. Σαρακηνοί πειρατές παρενοχλούσαν τους μοναχούς τον ένατο και δέκατο αιώνα, αλλά η αυτοκρατορική γενναιοδωρία ήρθε πάντα στην ενίσχυση αυτών των εσωτερικών «Αγίων Τόπων» των Ελλήνων.

Αθανάσιος ο Αθωνίτης

Περί το 960 μια εκτεταμένη μεταρρύθμιση εισήχθη από τον Πόντιο μοναχό Αθανάσιο τον Τραπεζούντιο, που αργότερα έγινε γνωστός ως Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης. Με συντρόφους του από τη Μικρά Ασία και με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, του οποίου ήταν φίλος και εξομολογητής, ίδρυσε τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου επέτυχε να φθάσει τη μοναστική ζωή σε υψηλό βαθμό τελειότητας. Η μεταρρύθμιση που απέληξε στο μοναστικό τυπικό του Αγίου Αθανασίου έγινε αποδεκτή ως πρότυπο. Οι οπαδοί του αυστηρού μοναστικού βίου με επικεφαλής τον Παύλο τον Ξηροποταμίτη αντιδρούν στις καινοτομίες του Αθανασίου και ζητούν παρέμβαση του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή.
Τη σύγκρουση των δύο αντιθέτων ρευμάτων ρύθμισε ο πρώτος Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους, που συνέταξε ο Αθανάσιος και επικύρωσε με την υπογραφή του ο Τσιμισκής. Είναι ο λεγόμενος «Τράγος» (δηλαδή περγαμηνή από δέρμα τράγου) που φυλλάσσεται στις Καρυές και αποτελεί το σημαντικότερο κειμήλιο της Αθωνικής Πολιτείας. Με τη βοήθεια της αυτοκρατορικής αρχής του Ιωάννη Τσιμισκή (969 - 976) οι αντιθέσεις μεταξύ των μοναχών τέθηκαν κατά μέρος και η κοινοβιακή ή κοινοτική ζωή διαδόθηκε στους ερημίτες που ζούσαν διασκορπισμένοι στις κοιλάδες και τα δάση.
Ο Αθανάσιος έγινε γενικός αββάς ή Πρώτος των πενήντα οκτώ μοναστικών κοινοτήτων του Όρους και δίκαια χαρακτηρίστηκε ως ο κύριος ιδρυτής του "κοινοβιακού μοναχισμού" του Αγίου Όρους. Από αυτήν την περιόδο χρονολογούνται οι Μονές των Ιβήρων, Βατοπεδίου και Εσφιγμένου.

Βυζαντινή περίοδος ακμής


Χάρτης του Άθω

Με τη βοήθεια του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το 1046, ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος (1042 – 1054) ρύθμισε την εσωτερική διακυβέρνηση των μοναστηριών, τη διαχείρηση των ακινήτων τους και την εμπορική δραστηριότητά τους. Από το αυτοκρατορικό έγγραφο (Δεύτερο Τυπικόν) που εξέδωσε, απαγορεύεται η είσοδος γυναικών στη χερσόνησο, μια απαγόρευση τόσο αυστηρή ώστε από τότε ακόμη και ο Τούρκος Αγάς, ή ο ανώτερος υπάλληλος, που κατοικούσαν στις Καρυές δεν έπαιρναν μαζί τους το χαρέμι τους.
Γύρω στο 1100 η Μεγίστη Λαύρα έχει 800 μοναχούς και σε όλο τον Άθωνα υπάρχουν 180 μοναστήρια. Αυτή την περίοδο μπήκε σε γενική χρήση ο όρος «Άγιον Όρος». Ο Αλέξιος Κομνηνός απάλλαξε τα μοναστήρια από τη φορολογία, τα ελευθέρωσε από την υποταγή στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και τα τοποθέτησε κάτω από την άμεση προστασία του. Εξαρτήθηκαν, εντούτοις, από το γειτονικό επίσκοπο Ιερισσού για τη χειροτονία των ιερέων και των διακόνων τους.
Οι Σλάβοι επεδίωξαν να γίνουν αποδεκτοί στις νέες Μονές και σε λίγο οι πρίγκηπές τους στη βαλκανική χερσόνησο ίδρυσαν ανεξάρτητα «καθίσματα» για τους Σλάβους μοναχούς. Κατ' αυτό τον τρόπο προέκυψαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλεξίου Α' (1081 - 1118) τα καθαρά σλαβικά μοναστήρια του Χιλανδαρίου και του Ζωγράφου. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες δεν έπαψαν ποτέ να φανερώνουν το ενδιαφέρον τους για τη μικρή μοναστική δημοκρατία και ωφελήθηκαν ακόμη και πολιτικά από την καθολική εκτίμηση που η θρησκευτική αδελφότητα απελάμβανε σε όλο το Χριστιανικό κόσμο.

Λατινική Κυριαρχία

Έναν αιώνα αργότερα, μετά την πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204), οι Λατίνοι Σταυροφόροι κακομεταχειρίστηκαν τους μοναχούς και προέβησαν σε καταστροφές των Μονών. Οι μοναχοί απευθύνθηκαν στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ’, ο οποίος τους πήρε υπό την προστασία του και στις επιστολές του (ΧΙΙΙ, 40 XVI, 168) αποτίει φόρο τιμής στις μοναστικές αρετές τους. Εντούτοις, με την αποκατάσταση της βυζαντινής πολιτικής κυριαρχίας οι μοναχοί επέστρεψαν (1313) στην κανονική εξάρτησή τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Ο 14ος αιώνας

Το 14ο αιώνα η Καταλανική Εταιρεία επέδραμε εναντίον του Άθωνα για δύο έτη (1307 – 1309), καταστρέφοντας ριζικά πολλά μοναστήρια, λεηλατώντας τους θησαυρούς τους και τρομοκρατώντας τους μοναχούς. Από τα 300 μοναστήρια που υπήρχαν στην αρχή του 14ου αιώνα, μόνο 35 αφέθηκαν.
Στα μέσα του αιώνα η Μακεδονία περιήλθε στα χέρια του Σέρβου ηγεμόνα Στεφάνου Δουσάν, ο οποίος επισκέφτηκε τη χερσόνησο και έδωσε σε πολλά από τα μοναστήρια οικονομική ενίσχυσή του. Κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα παρατηρούνται και οι μεγάλες ησυχαστικές έριδες, με κύριους πρωταγωνιστές τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης και τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, οι οποίες έφεραν αναταραχή στη μοναστική πολιτεία.

Ησυχαστικές έριδες


"AΘως" Πίνακας Β. Χατζή

Οι μοναχοί του Αγίου Όρους είχαν αποδεχτεί τον Ησυχασμό. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο το Σιναΐτη, ιδρυτή του ησυχαστικού κινήματος, οι μοναχοί θα μπορούσαν να δουν το «άκτιστο φως» του Θεού, το φως που έλαμψε στη Μεταμόρφωσή του Ιησού στο όρος Θαβώρ, εάν ήταν ενάρετοι και αφιερωμένοι αποκλειστικά στην προσευχή. Η πρακτική των ησυχαστών ήταν να επαναλαμβάνουν συνεχώς την επίκληση, την λεγόμενη ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Το ζήτημα του Ησυχασμού διαίρεσε τη βυζαντινή κοινωνία. Μερικοί τον αγκαλίασαν με θέρμη ενώ άλλοι τον απέρριψαν βίαια, κυρίως λόγω των υπερβολών μερικών φανατικών. Ο Ησυχασμός υποστηρίχθηκε επίσης από τους βυζαντινούς αριστοκράτες και επικράτησε τελικά σε τρεις Συνόδους (1341, 1347, 1351).
Οι προσπάθειες που έγιναν από τον Βαρλαάμ και τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ’ για να καταπολεμήσουν την κίνηση των Ησυχαστών και να περιορίσουν τη διάδοσή της ήταν ανεπιτυχείς. Τελικά μετά από τις αποφάσεις των Συνόδων που συνεκλήθησαν για αυτό το θέμα κατέπαυσαν οι ταραχές.

Παλαιολόγεια περίοδος

Αργότερα, οι αυτοκράτορες Παλαιολόγοι στην Κωνσταντινούπολη και οι Σλάβοι πρίγκηπες και ηγεμόνες της βαλκανικής χερσονήσου συνέχισαν να εμπλουτίζουν τα μοναστήρια του Άθωνα, τα οποία έλαβαν το μεγαλύτερο μέρος του υλικού πλούτου τους κατά τη διάρκεια της παλαιολόγειας περιόδου.
Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε επίσης από τις προσπάθειες της Μονής των Καρυών να εξασφαλίσει υπεροχή έναντι των άλλων μοναστηριών, τον τελικό αποκλεισμό του επισκόπου Ιερισσού από τη χερσόνησο, τις επιθέσεις από πειρατές όλων των ειδών, και την ίδρυση διάφορων νέων μοναστηριών: Σιμωνόπετρας, Κωνσταμονίτου, Αγίου Παύλου και Διονυσίου.

Οθωμανική κυριαρχία

Όταν το 1430 οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, οι μοναχοί προσέφεραν την υποταγή τους στον σουλτάνο Μουράτ Β΄, ο οποίος τους αναγνώρισε τα προηγούμενα αυτοκρατορικά προνόμια. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) δεν έφερε καμία τροποποίηση των προνομίων για το Άγιον Όρος.
Υπήρξε περίοδος ακμής έως τον 16ο αιώνα, οπότε η οικονομική θέση των μοναστηριών χειροτέρεψε λόγω των δυσβάστακτων φόρων που επιβλήθηκαν από τους Οθωμανούς. Οι μοναχοί δεν μπορούσαν να κατοικήσουν πλέον εκεί και το Όρος εγκαταλείφθηκε σχεδόν. Επέζησε μόνο χάρη στην ενίσχυση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο πρόσφερε υλική και ηθική υποστήριξη. Κάποια οικονομική ενίσχυση δόθηκε από τους κυβερνήτες των χωρών του Βορρά, ιδιαίτερα τις ηγεμονίες της Βλαχίας αλλά και από τους απλούς ορθοδόξους.

Αθωνιάδα Ακαδημία

Κύριο άρθρο: Αθωνιάδα Ακαδημία
Τα μοναστήρια βρίσκονταν σε άθλια οικονομική κατάσταση το 18ο αιώνα. Αλλά παρά την ένδειά τους, μια κίνηση προέκυψε για τη διάδοση της ελληνικής παιδείας στην περιοχή του Άθωνα. Στα μέσα του 18ου αιώνα, η Αθωνιάδα Ακαδημία ιδρύθηκε σε ένα κτήριο κοντά στη Μονή του Βατοπεδίου. Σκοπός της ήταν οι σπουδαστές να διδάσκονται θεολογία, φιλοσοφία, και λογική. Τα πρώτα έτη, όταν ο διαφωτιστής κληρικός Ευγένιος Βούλγαρης ήταν διευθυντής, η Ακαδημία προσέλκυσε μεγάλο αριθμό σπουδαστών και απέκτησε ιδιαίτερη φήμη. Αλλά όταν ο Βούλγαρης παραιτήθηκε, περιήλθε σε μαρασμό και έκλεισε το 1799.Επανιδρύθηκε τέλη του 18ου αιώνα και έκτοτε λειτουργεί κανονικά διαθέτει
  • Δημοτική Εκπαίδευση
  • Γυμνασιακή Εκπαίδευση
  • Λυκειακή Εκπαίδευση
  • Μεταλυκειακή Εκπαίδευση

Η Επανάσταση στη Χαλκιδική

Μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία του Άθωνα συνέβη κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Εμμανουήλ Παπά το 1822. Τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις σφαγίασαν μοναχούς καθώς επίσης και γυναικόπαιδα που είχαν προστρέξει εκεί για να βρούν καταφύγιο, κατέστρεψαν το Τύπογραφείο των Μονών, λεηλάτησαν όσους θησαυρούς μπόρεσαν να βρούν και χρησιμοποίησαν ανεκτίμητα χειρόγραφα για να κατασκευάσουν φυσίγγια.

Ένταξη στο ελληνικό κράτος

Το καθεστώς του Αγίου Όρους άρχισε να υφίσταται για τους μοναχούς πριν την αναγνώριση της κυριαρχίας του ελληνικού κράτους στη Χαλκιδική, με τη συνθήκη του Βερολίνου του 1878. Αυτή η συνθήκη υποχρεώνει την Ελλάδα σε αναγνώριση και διατήρηση των παραδοσιακών δικαιωμάτων και ελευθεριών στις μοναστηριακές κοινότητες του Αγίου Όρους. Το ελληνικό κράτος κύρωσε με το ν.δ. 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 τον καταστατικό χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος βάσει του άρθρου 186 απαγορεύει την είσοδο γυναικών στον Άθω[1].
Το Άγιον Όρος απελευθερώθηκε από το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Συγκεκριμένα στις 2 Νοεμβρίου 1912 κατέπλευσαν και αγκυροβόλησαν στον όρμο της Δάφνης η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου το θρυλικό Θωρηκτό «Αβέρωφ»καϊμακάμη, των υπαλλήλων και της εκεί μικρής τουρκικής δύναμης «ως αιχμαλώτων πολέμου άνευ πολεμικής τινός ενέργειας», οπότε και υψώθηκε η Ελληνική Σημαία. μετά του Αντιτορπιλικού «Θύελλα» και των ανιχνευτικών «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» και υπό τις χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες εκατοντάδων καμπάνων των Ιερών Μονών που αντελήφθησαν την προσόρμιση του ελληνικού στόλου, αποβιβάσθηκε άγημα ο επί κεφαλής του οποίου αξιωματικός, «εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων», επικύρωσε την αποβατική ενέργεια δια χαρακτηρίσεως του
Την επόμενη ημέρα, στις 3 Νοεμβρίου, συνήλθαν σε συνεδρίαση οι αντιπρόσωποι όλων των Μονών, πλην της Ρωσικής, και υπεγράφη στον κώδικα των πρακτικών της συνεδρίας πράξη, δια της οποίας διαπιστωνόταν η κατάλυση των τουρκικών αρχών. Η επίσημη δε πράξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912. Εκείνη την περίοδο, εννέα με δέκα χιλιάδες μοναχών κατοικούσαν εκεί. Αργότερα περιήλθε πάλι σε μαρασμό.
Όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, η Ιερά Επιστασία ζήτησε από το Χίτλερ να λάβει την Αθωνική Πολιτεία υπό την προσωπική προστασία του και εκείνος συμφώνησε. Έτσι οι Γερμανοί και Βούλγαροι κατακτητές δεν ενόχλησαν τις Μονές. Αφότου είχαν αποσυρθεί οι Γερμανοί, ο Άθως παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα κάτω από την εξουσία των ανταρτικών ομάδων, προτού αναλάβουν οι ελληνικές αρχές.
Το 1963, όταν γιορτάστηκε η Χιλιετηρίδα από την εγκαθίδρυση της οργανωμένης μοναστικής ζωής από τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, η λειψανδρία ήταν τέτοια, που οι εορτασμοί έγιναν υπό διάχυτη απαισιοδοξία για το μέλλον. Το εορταστικό τυπικό χαρακτηρίστηκε από μερικούς ως κηδεία του Όρους.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '70 μια νέα αναγέννηση του Άθωνα παρατηρήθηκε. Πολλοί νέοι, συχνά κάτοχοι ενός ή περισσότερων πανεπιστημιακών τίτλων, έρχονταν στο Αγιώνυμο Όρος του Άθωνα αποζητώντας την ασκητική ζωή.

Πληθυσμιακά στοιχεία

Κατά την απογραφή του πληθυσμού της Ελλάδας το 2001, στο Άγιο Όρος απογράφηκαν 2.262 άτομα, ενώ μόνιμοι κάτοικοι δήλωσαν οι 1.961. Παρατίθενται σε παρένθεση, ο μόνιμος[2] και ο πραγματικός[3] πληθυσμός όπως καταγράφονται στα αρχεία της στατιστικής υπηρεσίας:

Πηγές
  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ. 1ος, σελ.255-269.