Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

ΜΝΗΜΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ 4 ΣΥΓΡΟΝΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012


Μνήμη κοιμήσεως 4 σύγχρονων γερόντων (2 Δεκεμβρίου)




1. Γέρων Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Ο Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευάγγελος. Στο σχολείο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Η ασθένεια του δασκάλου και η φτώχεια της οικογένειάς του τον έσπρωξαν να εργασθεί βόσκοντας τα λίγα ζώα της. Λίγο αργότερα, περίπου εννέα χρονών παιδάκι, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά στο παντοπωλείο ενός γνωστού της οικογένειας, στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διώρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.

Όταν ήταν 8 ετών, βρήκε ένα φυλλάδιο με το βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Ο βίος του αγίου συγκίνησε το μικρό βοσκό και θέλησε να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφά για το Άγιο Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό, που ασκήτευε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.

Σ΄ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε χαρούμενη και άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια αξιώθηκε να καρεί μοναχός. Λόγω της θερμής πίστης του, της υπακοής και της άσκησής του, τον επισκέφθηκε η θεία Χάρη και απέκτησε σε νεαρή ηλικία το χάρισμα της διοράσεως.

Στο Άγιον Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στην Εύβοια για θεραπεία. Εκεί τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος και αφού διαπίστωσε την πνευματική του προκοπή, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως. Με το χάρισμα αυτό, ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους να γλιτώσουν από διάφορες πλεκτάνες του πονηρού, να καταλάβουν τί γίνεται στην ψυχή τους και να εργασθούν για τη σωτηρία τους.

Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ΄ αυτή τη θέση παρέμεινε συνολικά 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και συχνά θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθεια του.

Το 1950 νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη και μέχρι το 1978 καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979 εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ΄ αυτό δεχόταν επισκέπτες κάθε κατηγορίας και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα και συμβούλευε, ευχόταν, εξομολογούσε και θεράπευε τις ψυχές και πολλές φορές και τα σώματα των ανθρώπων.

Τον Ιούνιο του 1991, προαισθανόμενος το τέλος του, και μή θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 2 Δεκεμβρίου παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο.

Οι διδαχές του παραμένουν πολύτιμες παρακαταθήκες για τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο της εποχής μας. Με τη βαθιά αγάπη και τη διάκριση που τον χαρακτήριζε, τα λόγια του αποτελούν αληθινές σανίδες παρηγοριάς στις μέρες μας. Η διεισδυτική του ματιά και η μεγάλη του φιλανθρωπία προσφέρουν ξεχωριστές διαστάσεις στη σύγχρονη Ποιμαντική.


2. Γέρων Αμβρόσιος, πνευματικός μονής Δαδίου

Γεννήθηκε στο χωριό Λαζαράτα της Λευκάδος το 1914. Το κοσμικό του όνομα ήταν Σπυρίδων Λάζαρης. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και η οικογένειά του πολύτεκνη. Από μικρός ο ίδιος χαρακτηριζόταν για την ηρεμία του χαρακτήρα του και την αγάπη του προς την Εκκλησία. Δεν μπόρεσε να μορφωθεί γιατί ο πατέρας του έλειπε στον πόλεμο και ο ίδιος βοηθούσε τη μητέρα του στις αγροτικές δουλειές του σπιτιού.

Όταν εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, θέλησε να πάει στο Άγιο Όρος, αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Με την καθοδήγηση, όμως, ενός νέου έφτασε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί ο συνοδός του τού είπε: “Εδώ, θα μείνεις, Σπύρο. θα γίνεις μοναχός, θα κάνεις υπομονή και υπακοή στο γέροντα” κι αμἐσως εξαφανίστηκε. Ο Σπύρος κατάλαβε ότι επρόκειτο για άγγελο Κυρίου, παρέμεινε στο μοναστήρι και σε ηλικία 25 ετών έγινε μοναχός με το όνομα Χαρίτων.

Ένα βράδυ ο ηγούμενος λέει στο μοναχό Χαρίτωνα να διαβάσει την Ενάτη. Εκείνος, καθώς ήταν αγράμματος, προσπάθησε να διαβάσει, αλλά είχε μεγάλη δυσκολία. Ο ηγούμενος αγανάκτησε και τον έδιωξε λέγοντάς του επιτιμητικά να πάει στο κελλί του. Το ίδιο βράδυ, ενώ προσευχόταν, εμφανίστηκε η Παναγία και τον βοήθησε να μάθει το ψαλτήρι από μνήμης.

Ένα καλοκαίρι εργαζόταν στον κήπο της Μονής. Βλέποντας μία συκιά και επειδή πεινούσε, ανέβηκε στο δένδρο, για να φάει σύκα. Στο Άγιο Όρος οι μοναχοί δεν επιτρέπεται να τρώνε τίποτε εκτός τραπέζης, γιατί θεωρείται λαθροφαγία. Έφαγε μερικά σύκα, αλλά γλίστρησε και έπεσε από το δέντρο. Αν και είχε πέσει από το πρωί, οι άλλοι μοναχοί αφού τον αναζήτησαν, τον βρήκαν μόνο το απόγευμα στο περιβόλι πεσμένο κάτω να πονάει πολύ. Τον έβαλαν πάνω σε μια πόρτα και τέσσερα άτομα μαζί – καθώς ήταν σωματώδης – τον μετέφεραν στο κελλί του. Όπως διηγείται ο ίδιος: «Ενώ βρισκόμουν στο κρεβάτι και πονούσα, απέναντι έβλεπα το παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων και τους παρακαλούσα να με βοηθήσουν. Εμφανίζονται τότε δύο γιατροί με λευκές μπλούζες και προσπάθησαν να βάλουν το πόδι μου στην θέση του. “-Τράβα Κοσμά”, έλεγε ο ένας. “-Κράτα από εδώ Δαμιανέ”, έλεγε ο άλλος. Και σε πέντε λεπτά οι πόνοι εξαφανίστηκαν και έγινα καλά»!

Στο μοναστήρι βρίσκονταν τότε πέντε νέοι μοναχοί και ένας ηλικιωμένος γέροντας. Κάποιοι από αυτούς σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλό να αλλάξουν τον γέροντα. Το έμαθε ο γέροντας και ζήτησε την απομάκρυνσή τους. Με τη συνοδεία της αστυνομίας ο μοναχός Χαρίτων εκδιώχθηκε στη Μονή Χιλανδαρίου. Εκεί είχε πάρα πολλές δυσκολίες και πέρασε αρρώστιες, που τον ανάγκασαν να έρθει στον κόσμο. Πήγε, λοιπόν, στον Γέροντα Πορφύριο, ο οποίος τον συμβούλευσε να πάει στην ερειπωμένη Μονή Δαδίου στη Φθιώτιδα. Εκεί βρήκε μόνο αρουραίους, φίδια και άγρια ζώα. Ο Γέροντας Πορφύριος του υπέδειξε: «Κάθισε εδώ, κάνε υπομονή και υπακοή και ο Θεός θα σε βοηθήσει».

Αμέσως επιδόθηκε στην ανασύσταση της Μονής, η οποία έγινε στη συνέχεια γυναικεία. Ο τότε Μητροπολίτης Φθιώτιδος Αμβρόσιος εξετίμησε τον γέροντα και τον έκανε ιερομόναχο, δίνοντάς του, μάλιστα, το δικό του όνομα.

Κάποτε χτύπησε το πόδι του, πήγε στο νοσοκομείο, όπου του έβαλαν πλατίνα στο γοφό. Πονούσε, όμως, πολύ. Ο τότε Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός τον πήρε στην Ελβετία να τον δούνε εκεί οι γιατροί. Εκεί διαπιστώθηκε ότι στην πρώτη επέμβαση, του έβαλαν 1 εκατοστό πλατίνα μεγαλύτερη με αποτέλεσμα να χρειαστεί νέο χειρουργείο, για να μειώσουν την πλατίνα. Όταν έγινε αυτό και ετοιμαζόταν για εξιτήριο, του ζητήθηκαν γενικές εξετάσεις, τις οποίες έκανε. Τότε, βρέθηκε στον αριστερό του νεφρό πέτρα μεγάλη όσο ένα πορτοκάλι και έτσι παρέμεινε για νέα εγχείριση.

Διηγείται ο Γέροντας: «Ενώ ήμουν μόνος στο δωμάτιο, εμφανίστηκε ένας μοναχός. Βγήκαμε, λοιπόν, μαζί στο μπαλκόνι και καθίσαμε για να μιλήσουμε. Κάπου 15 λεπτά μιλούσαμε και του είπα για τα χειρουργεία και για τον λίθο στο νεφρό. Τότε ο μοναχός μου είπε: ’’Είμαι ο Άγιος Νεκτάριος και ήρθα να σε δω. Ήμουν και εγώ φιλάσθενος και παρέδωσα την ψυχή μου στο «Αρεταίειο» νοσοκομείο. Άντεξα τις συκοφαντίες και την ασθένεια, κάνοντας υπομονή. Ο Θεός μου έδωσε χάρη μεγάλη για την υπομονή που έκανα’’. Μετά με άγγιξε και έφυγε. Όταν έφυγε ο Άγιος Νεκτάριος μου ήρθε διάθεση ούρησης και ούρησα σε ένα μικρό λεκανάκι Τότε βγήκε μαζί με τα ούρα και μία πέτρα σε μέγεθος μικρού πορτοκαλιού. Τότε με μία χαρτοπετσέτα την πήρα και την έβαλα στο συρτάρι του κομοδίνου.

Την επόμενη θα γινόταν η εγχείριση. Έρχεται ο Ελβετός γιατρός και μου λέει: «Ετοιμάσου για το χειρουργείο». Εγώ του απάντησα ότι δεν χρειάζομαι χειρουργείο. Άνοιξα το συρτάρι και του έδειξα την πέτρα. Όταν την είδε ο γιατρός, είπε· «Εσείς οι Ορθόδοξοι έχετε ζωντανή πίστη, εμείς την νοθεύσαμε”. Το χειρουργείο δεν έγινε και ή πέτρα παρέμεινε στο γραφείο του Ελβετού γιατρού, για χρόνια πολλά».

Του άρεζε η ησυχία και η αφάνεια, γι’ αυτό και δεν απέκτησε μεγάλη συνοδεία από μοναχές. Μάλιστα, ούτε στο χωριό, στο Δαδί, τον ήξεραν καλά καλά. Και εκεί δεν κατέβαινε παρά σπάνια. Ήταν στο Μοναστήρι, έκανε πρακτικές εργασίες, ήταν ο εφημέριος της Μονής και ασχολήθηκε πολύ με την ευχή. Είχε όμως μεγάλη χάρη. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Εγώ αγράμματος άνθρωπος είμαι και έρχονται εδώ τόσοι άνθρωποι μορφωμένοι, καθηγητές πανεπιστημίου, και ανοίγει ο νους μου και τους λέω τόσα πράγματα, που απορώ πως τα λέω».

Κοιμήθηκε την ίδια μέρα, ακριβώς 15 χρόνια μετά, που κοιμήθηκε ο Γέροντας Πορφύριος, στις 2 Δεκεμβρίου 2006, σε ηλικία 92 ετών.


3. Γέρων Κλεόπα Ηλίε

Γεννήθηκε στο χωριό Σούλιτσα του νομού Botosani της Ρουμανίας στις 10 Απριλίου του 1912 και βαπτίσθηκε Κωνσταντίνος. Όπως ανέφερε ο ίδιος, οι γονείς του ήταν ζωντανό παράδειγμα χριστιανικής ζωής και το σπίτι τους ήταν μια κατ΄ οίκον εκκλησία. Έτσι, τα πέντε από τα δέκα παιδιά της οικογένειάς του ακολούθησαν το μοναχικό βίο.

Όταν ήταν νεογέννητος, αρρώστησε σοβαρά. Επειδή δύο άλλα αδέλφια του είχαν ήδη πεθάνει σε νηπιακή ηλικία, η μητέρα του τον πήγε στον ερημίτη Κόνωνα Georgescu, πνευματικό στην Cozancea και με τη βοήθειά του η Παναγία θεράπευσε τον μικρό Κωνσταντίνο.

Το 1929 εισήλθε μαζί με έναν ακόμη αδελφό του στην Ιερά Σκήτη Sihastria, όπου μόναζε ήδη ένας μεγαλύτερος αδελφός τους. Αρχικά στάλθηκε στη βοσκή των προβάτων της σκήτης, διακόνημα που τον γέμιζε με μεγάλη πνευματική χαρά. Αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία (1935-1937), εκάρη μοναχός στην ίδια σκήτη.

Ο ζήλος του στις εργασίες της σκήτης οδήγησε το γηραιό ηγούμενό της να τον διορίσει αναπληρωτή ηγούμενο το 1942, ενώ το 1944 εξελέγη ηγούμενος. Στα τέλη του ίδιου έτους χειροτονήθηκε διάκονος και στις αρχές του επόμενου, πρεσβύτερος. Αμέσως επιδόθηκε στην ανακαίνιση της σκήτης και το 1947 μόλις, πέτυχε την ανύψωσή της από εξαρτηματική σε ανεξάρτητη Μονή.

Με την άνοδο των κομμουνιστών στην εξουσία, συνελήφθη και ανακρίθηκε για 5 ημέρες στο Targu Neamt, αλλά πολύ σύντομα αφέθηκε ελεύθερος. Για να αποφύγει τα προβλήματα με τις αρχές κρύφτηκε σε μια ξύλινη καλύβα βαθιά στο δάσος, 6 χλμ. μακριά από το μοναστήρι. Σε 6 μήνες όμως επανήλθε στη θέση του.

Με απόφαση του Πατριάρχη Ιουστινιανού μεταφέρεται στις 30 Αυγούστου 1949 μαζί με 30 μοναχούς από τη Μονή Sihastria στη Μονή Slatina-Suceava και γίνεται ηγούμενός της, καθιστώντας τη σύντομα στο πιο οργανωμένο μοναστήρι της Ρουμανίας. Τα προβλήματα με το καθεστώς όμως δεν έλειψαν. Αντιμετωπίζοντας διαρκείς έρευνες και συλλήψεις, αναγκάστηκε  να ζήσει σε σκληρές συνθήκες στα βουνά Stânişoarei μαζί με τον ιερομόναχος Αρσένιο Papacioc. Τελικά θα επιστρέψει το 1956 στη Sihastria.

Το 1959 ψηφίστηκε ειδικό διάταγμα, με το οποίο εκδιώχθηκαν από τα μοναστήρια πάνω από 4000 μοναχοί και μοναχές. Ο ίδιος πιέστηκε από τις αρχές να αποβάλει το μοναχικό σχήμα και να περιοριστεί στο σπίτι του. Όπως πολλοί άλλοι μοναχοί, αρνήθηκε και αποσύρθηκε -για τρίτη φορά- στα βουνά της Μολδαβίας.

Το 1964 η πολιτική απέναντι στην Εκκλησία έγινε ηπιότερη, οπότε μπόρεσε να επιστρέψει στη Μονή. Παρέμεινε εκεί για 34 χρόνια ως πνευματικός των μοναχών και πολλών λαϊκών που έρχονταν από όλη τη χώρα και το εξωτερικό, για πνευματική καθοδήγηση.

Κοιμήθηκε οσιακά στις 2 Δεκεμβρίου 1998. Στα τέλη του 2005, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρουμανίας πληροφόρησε τους πιστούς ότι έχει αρχίσει να μαζεύει στοιχεία για την επίσημη αγιοκατάταξη του μακαρίου Γέροντος Κλεόπα – ήδη αγίου στην συνείδηση πάρα πολλών πιστών.


4. Γέρων Ελπίδιος Νεοσκητιώτης

Γεννήθηκε το 1913 στη Λευκωσία και το κοσμικό του όνομα ήταν Αλέξανδρος. Ήταν δίδυμος αδελφός του Ιερομάρτυρος Φιλουμένου, που μαρτύρησε το 1979 στην Παλαιστίνη.

Τα δύο αδέλφια είχαν μάθει από νωρίς την προσευχή και τη μελέτη πατερικών βιβλί­ων. Κάποτε εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ από το βίο του οσίου Ιωάννου του Καλυβίτου και σε ηλικία μό­λις 14 ετών έφυγαν κρυφά από τους γονείς τους για την Ιερά Μονή Σταυροβουνίου. Μέσα στο πνευματικά ανθηρό κλίμα της Μονής και υπό τη φωτισμένη καθοδήγηση του πνευματικού π. Κυπριανού, μυήθηκαν στο πνεύμα της ανατολικής μοναστικής παράδοσης.

Το αυστηρό πρόγραμμα της Μονής κλόνισε όμως επικίνδυνα την υγεία τους και μετά από 6 χρόνια πήγαν στην Παλαιστίνη και έγιναν τακτικά μέλη της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος. Το 1937 ο π. Ελπίδιος χειροτονήθηκε διάκονος και το 1940 πρεσβύτερος, ενώ το ίδιο διάστημα ολοκλήρωσε την εγκύκλιο παιδεία του. Υπηρέτησε σε πολλές θέσεις του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων (Ηγούμενος της Μονής του Προδρόμου, Τιβεριάδα, Πατριαρχικός Έξαρχος στη Ναζαρέτ, όπου έλαβε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου).

Τό 1947 προσελήφθη στην υπηρεσία του Πατρι­αρχείου Αλεξανδρείας και απεστάλη για μια πενταετία στη Μοζαμβίκη. Κατόπιν έζησε στην Αθή­να, όπου και έλαβε το Πτυχίο της Θεολογικής Σχολής του Πα­νεπιστημίου (1952-1956). Από το επόμενο έτος υπηρέτησε ως προϊστάμενος του Ι.Ν. Αγίων Πάντων Λονδίνου, ενώ συγχρόνως παρακολούθησε μα­θήματα Ερμηνείας Καινής Διαθήκης και Εκκλησια­στικής Ιστορίας στο Βασιλικό Κολλέγιο. Το 1959 διορίσθηκε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας Έξαρχος του Θρόνου, πρώτα στην Οδησσό και κατόπιν στην Ελλάδα. Ύστερα από πολλές παρακλήσεις και προτροπές, επανήλθε στην πατρίδα του ως ιεροκήρυκας της Επαρχίας Πάφου και μετά Ηγούμενος της Μο­νής Μαχαιρά.

Δεν έμεινε όμως και εκεί για πολύ. Έτσι, επέ­στρεψε εις την Ελλάδα και ανέλαβε την εφημερία του θεραπευτηρίου του Ερυθρού Σταυρού για 6 χρόνια. Ο ζήλος και η διακονία του παρέμειναν για πολλά χρόνια στη μνήμη των ασθενών και του προσωπικού.  Το βαθύ πνευματικό του έργο συνεχίστηκε κατόπιν στον Ι.Ν. Αγίας Τριάδος Αμπελοκήπων όπου μετετέθη. Στο μεταξύ, σπούδασε και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου.

Όταν, τέλος, αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία, πραγματοποίησε αυτό που για δεκαετίες διακαώς επιθυμούσε: την αμεριμνησία της ησυχαστικής ζωής. Ασκήτευσε, έτσι, στη Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους, ύστερα από ενύπνια υπόδειξη της Παναγίας.

Η αλήθεια είναι πως καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν παρέλειψε ποτέ τα μοναχικά του καθήκοντα. Από μαθητής ακόμα, συνήθιζε να απομονώνεται τελώντας τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Κάποτε, μάλιστα, όταν στο νοσοκομείο διογκώθηκαν οι υποχρεώσεις του, ζητούσε μέσα στην απλότητά του από την αδελφή του και τους ανεψιούς του να διαβάζουν από ένα μικρό κομμάτι της ακολουθίας του, ενώ από τα πνευματικά του τέκνα (ιδίως τις αδελφές νοσοκόμες), να κάνουν λίγες μετάνοιες, για να συμπληρωθεί ο κα­νόνας του.

Στο αγιορείτικο κελλί του, πάλι, συνήθιζε να διαβάζει παρακλή­σεις για όλο τον κόσμο, και εξορκισμούς και ευχές για ό­λους τους μοναχούς της Σκήτης και του Αγίου Όρους. Στις μετακινήσεις του ήθελε να ταξιδεύει μόνος του για να λέει απερίσπαστος την ευχή.

Οι συνασκητές του διηγούνται ότι γνώριζε με λεπτο­μέρειες το μαρτύριο του αδελφού του Φιλουμένου εις την Παλαιστίνην, καθώς άκουγε τούς δαρμούς του και τον ίδιο να του φωνάζει, «αδελφέ μου, με σκοτώ­νουν!». Άλλοτε ευλόγησε το λιγοστό φαγητό μιας φτωχής οικογένειας και αυτό υπερπερίσσευσε. Θαύματα διηγούνται, ακόμη, και κατά τη θητεία του στον Ερυθρό Σταυρό.

Προτίμησε πάντοτε τη ζωή της αφάνειας και της διάκρισης και ποτέ δεν προκάλεσε κανέναν. Όταν στο τέλος της επίγειας ζωής του αρρώστησε βαριά, ήταν εκείνος που ανέπαυε όσους αδελφούς τον επισκέπτονταν για να τον αναπαύσουν. Κοιμήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1983.

Ας έχουμε την ευχή όλων τους!

 

ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ

παρέχεται από



Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013


Διακοπή του καπνίσματος: Χρειάζεται οργάνωση καλύτερη & επιμονή.





Διακοπή του καπνίσματος: Χρειάζεται οργάνωση καλύτερη & επιμονή.
ΓΑΛΗΝΗ ΦΟΥΡΑ, δημοσιογράφος.

Ή μείωση του καπνίσματος είναι μια θετική συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Το χαμηλό εισόδημα και ή αύξηση της φορολογίας των προϊόντων καπνού τα τελευταία τρία χρόνια, έδιωξε πολλούς καπνιστές από τα νόμιμα σημεία πώλησης. Την πενταετία 2006-2011, ‘όπως ανακοίνωσε ή Εθνική "Επιτροπή κατά του Καπνίσματος, μειώθηκε κατά 50% ό αριθμός των καπνιστών πού αγοράζουν καθημερινά τσιγάρα από τα περίπτερα. Όμως τη θετική αυτή εξέλιξη σκιάζει ή εντυπωσιακή διόγκωση της παράνομης αγοράς προϊόντων καπνού.



Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες ή αγορά λαθραίων τσιγάρων εκτινάχθηκε το 2012 στο 25% των συνολικών πωλήσεων από 2% πού ήταν το 2008. Λόγω των ελκυστικών τιμών και της χρήσης του διαδικτύου, ή λαθραία διακίνηση έχει εξελιχθεί σε «μαύρη» επιχείρηση πολλών εκατομμυρίων ευρώ, πού εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Ωστόσο, και παρά την εκτεταμένη παραοικονομία, το Υπουργείο Οικονομικών το 2012 είχε έσοδα 2,7 δίς από τούς καπνιστές, όταν από την κατανάλωση βενζίνης τα έσοδα δεν ξεπέρασαν τα 2,5 δίς. ευρώ. Έρευνα γνώμης σε 20.000 φοιτητές έδειξε ότι ή κατάσταση στην Ελλάδα παραμένει ανεξέλεγκτη, αφού το κράτος δεν λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του νόμου κατά του καπνίσματος. Μόνο ένας στους δέκα από τούς φοιτητές πού ρωτήθηκαν ανέφερε ότι δυσκολεύτηκε να αγοράσει τσιγάρα όταν ήταν παιδί.


Οι στατιστικές δείχνουν ότι το κάπνισμα περιορίζεται κυρίως στους νέους και τούς ενήλικες κάτω των 44 ετών. Το 2006 τέσσερις στους δέκα νέους, 40%, από δεκαοχτώ έως είκοσι τεσσάρων ετών, κάπνιζαν καθημερινά, όμως το 2011 το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε 32%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε εξέλιξη ή επεξεργασία μιας νέας κοινοτικής νομοθεσίας για τα προϊόντα καπνού και οι αντικαπνιστικές ενώσεις προτείνουν ρυθμίσεις, για να αποθαρρύνονται οι νέοι να αρχίσουν το κάπνισμα
Ή Ευρωπαϊκή Εταιρεία Καρδιολογίας εισηγείται να υπάρχουν αυστηρά πρόστιμα σε καταστήματα πού πωλούν τσιγάρα σε παιδιά και έφηβους, να αυξηθεί στο 75% ό χώρος των προειδοποιήσεων για τούς κινδύνους στα πακέτα των τσιγάρων και να απαγορευτούν τα προϊόντα καπνού με βελτιωμένες γεύσεις, όπως ή βανίλια και ή σοκολάτα.


Το βάρος πέφτει στην πρόληψη, επειδή οι νέοι στην πλειονότητα τους αγνοούν ότι το κάπνισμα εθίζει. Έξι στους δέκα θεωρούν ότι δεν πειράζει να δοκιμάσουν, εφόσον αργότερα το κόψουν και το 26% ότι οι καπνιστές μπορούν να το διακόψουν οπότε θελήσουν. Είναι δύσκολο να πειστούν τα παιδιά ότι ένα προϊόν πού διαφημίζεται, πωλείται παντού, για το όποιο υπάρχει κοινωνική αποδοχή ή έστω ανοχή, μπορεί να βλάψει τόσο την υγεία τους. Προβληματίζονται λίγο, δοκιμάζουν και μετά από δύο χρόνια, σύμφωνα με έρευνες, έχουν ήδη εθιστεί. Το 94% των καπνιστών αρχίζουν να καπνίζουν πριν συμπληρώσουν το 25° έτος της ηλικίας τους, γι` αυτό και ή πολιτική κατά του καπνίσματος εστιάζεται στην πρόληψη. Στόχος της προηγούμενης εκστρατείας (ΗΕΕΡ) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την περίοδο 2005-2010 ήσαν οι νέοι από 15 έως 25 ετών. Από το 2011 ή Επιτροπή ξεκίνησε νέα εκστρατεία για να ενθαρρύνει τούς νέους από 25 έως 31 ετών να διακόψουν το κάπνισμα. Ή εκστρατεία αυτή δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα πλεονεκτήματα της διακοπής παρά στους κινδύνους του καπνίσματος.


Τον τελευταίο χρόνο, το 31% των καπνιστών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιχείρησαν να κόψουν το κάπνισμα. Όμως, αν και έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος, το 28% του πληθυσμού και το 29% των νέων έως 24 ετών εξακολουθούν να καπνίζουν, παρότι γνωρίζουν ότι οι καπνιστές ζουν τα περισσότερα χρόνια της ζωής τους με προβλήματα υγείας και οι μισοί πεθαίνουν πρόωρα, κατά μέσον όρο 14 χρόνια νωρίτερα. Νέοι άνθρωποι, κάτω των πενήντα, έχουν πενταπλάσιο κίνδυνο να πάθουν έμφραγμα, ενώ ό κίνδυνος για τούς μεγαλύτερους είναι διπλάσιος.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΤΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ. ΤΕΥΧΟΣ 239

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Η Γένεση του μοναχισμού

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Η Γένεση του μοναχισμού

Συγγραφέας: kantonopou στις Οκτωβρίου 30, 2011
Το φαινόμενο του μοναχισμού
Ο μοναχισμός δεν αποτελεί μόνο χριστιανικό, άλλα και γενικότερο θρησκευτικό φαινόμενο. Πριν εμφανιστεί ο Χριστιανισμός στο προσκήνιο της ιστορίας, η μοναχική ζωή ήταν γνωστή μέσα στην περιοχή των ανατολικών θρησκειών. Αλλά και στο πλαίσιο του Ιουδαϊσμού υπήρχαν κατά την εποχή της εμφανίσεως του Χριστιανισμού οι θρησκευτικές κοινότητες των Εσσαίων στην Παλαιστίνη και των Θεραπευτών στην Αίγυπτο, οι οποίες εκτός από τον ασκητικό τους χαρακτήρα διαμόρφωσαν και κάποιο είδος μοναχικής ζωής. Ενώ όμως στις ανατολικές θρησκείες, όπου κυριαρχεί η τάση για φυγή από τον κόσμο, η άσκηση και ο μοναχισμός αποτελούν πρωτογενή θρησκευτικά φαινόμενα, στον Ιουδαϊσμό, όπως και σε οποιαδήποτε θρησκεία με μεσσιανικό ή προφητικό χαρακτήρα, η άσκηση και ο μοναχισμός παρουσιάζονται ως εκφραστικά μέσα της θρησκευτικής ζωής. Από την άλλη πλευρά η ασκητική ζωή, που αποτελεί την προϋπόθεση για τη φυγή από τον κόσμο και την ανάπτυξη του μοναχισμού, δεν ήταν άγνωστη στον ελληνιστικό κόσμο.
Χριστιανικός ασκητισμός.
Στην περιοχή του Χριστιανισμού ο ασκητισμός, πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε αργότερα ο μοναχισμός, δεν εμφανίστηκε ως παρείσακτο στοιχείο, αλλά ως ουσιώδης διάσταση της χριστιανικής πίστεως και ως βασική συνέπεια της μορφώσεως του καινού εν Χριστώ ανθρώπου. Η άποταγή των πάντων, που αποτελεί το θεμέλιο της ασκητικής και μοναχικής ζωής στον Χριστιανισμό, παρουσιάστηκε από τον ίδιο τον Χριστό ως προϋπόθεση για όλους, όσοι θέλουν να τον ακολουθήσουν: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» . «Ος ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσιν, ου δύναται είναι μου μαθητής». Ο Χριστιανός καλείται να ζει στον κόσμο ως «πάροικος και παρεπίδημος» με την προσδοκία της βασιλείας του Θεού. Επίσης η προτίμηση της παρθενίας ή της αγαμίας αντί του γάμου εν ονόματι της βασιλείας των ουρανών διαφαίνεται καθαρά στα βιβλία της Καινής δια¬θήκης. Πολλοί Χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες, παρατηρεί ο απολογητής Ιουστίνος στις πρώτες δεκαετίες του δεύτερου αιώνα, διατηρούν την παρθενία τους σε ηλικία εξήντα και εβδομήντα ετών. Και ο απολογητής Αθηναγόρας λίγο αργότερα σημειώνει: «Εύροις δ’ αν πολλούς των παρ’ ημίν και άνδρας και γυναίκας καταγηράσκοντας αγάμους ελπίδι του μάλλον συνέσεσθαι Θεώ». Τέλος η προσευχή, η νηστεία, η υπακοή και η καλλιέργεια της αρετής αποτελούσαν ουσιώδη στοιχεία της χριστιανικής ζωής από την πρώτη εμφάνιση της.
Ακραίες τάσεις.
Ακραίες ασκητικές τάσεις παρουσίασαν κατά το δεύτερο ιδίως αιώνα οι Γνωστικοί με τη μεταφυσική τους δυαρχία και την πλήρη περιφρόνηση του κόσμου. Για τους Γνωστικούς ο κόσμος, όπως και καθετί που συνδέεται με αυτόν, δεν έχει θετική αξία. Ο Θεός των Εβραίων είναι για τους Γνωστικούς ο κατώτερος Θεός, που είναι και δημιουργός του κόσμου. Ο αγαθός Θεός δεν συνδέεται με τη δημιουργία του κόσμου. Γι’ αυτό και η ενανθρώπηση του αγαθού Θεού στο πρόσωπο του Ιησού θεωρείται ως φαινομενική. Οι Γνωστικοί, δηλαδή εκείνοι που διαθέτουν το σπινθήρα του αγαθού, λυτρώνονται από τα έργα του δημιουργού Θεού με την περιφρόνηση της δημιουργίας. Έτσι καλλιεργήθηκαν ακραίες ασκητικές τάσεις, που έφθαναν ως την απόλυτη απόρριψη του γάμου, ενώ ταυτόχρονα και πάνω στην ίδια βάση οικοδομήθηκε ένας άκρατος φιλελευθερισμός, που έφθανε ως την περιφρόνηση κάθε ηθικής αρχής (αντινομισμός). Κατά την ίδια περίοδο, και χωρίς τις αριστοκρατικές διακρίσεις των Γνωστικών, ο Μαρκίων σχημάτισε θρησκευτικές κοινότητες με οπαδούς από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Οι κοινότητες αυτές δεν είχαν μόνο έντονες ασκητικές τάσεις, αλλά και σχετικό μοναστικό χαρακτήρα. Τέλος ο Μοντανισμός, που διαδόθηκε και αυτός στα λαϊκότερα στρώματα της Φρυγίας και αργότερα της Βόρειας Αφρικής, εκτός από τον έντονο ασκητισμό του παρουσίασε και φανερή τάση φυγής από τον κόσμο. Όπως είναι γνωστό, ο Μοντανός ήθελε να συγκεντρώσει όλους τους οπαδούς του στην Πέπουζα της Φρυγίας.
Άσκηση και μοναχισμός.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων αιώνων της ιστορίας της Εκκλησίας, παρά τήν έντονη παρουσία του ασκητισμού, δεν εμφανίστηκε οργανωμένος μοναχισμός. Ενώ πολλοί Χριστιανοί ζούσαν ως μοναχοί στον κόσμο, κι ενώ ο γενικότερος προσανατολισμός του αρχέγονου Χριστιανισμού είχε μέσα του όλες τις προϋποθέσεις που δημιούργησαν αργότερα το μοναχισμό, το φαινόμενο της τοπικής μακρύνσεως από τον κόσμο και της διαβιώσεως στην έρημο άρχισε μετά τα μέσα του 3ου αιώνα και θεσμοποιήθηκε τον 4ο αιώνα. Με τον τρόπο αυτόν η άσκηση, που αποτελούσε εξαρχής χαρακτηριστικό γνώρισμα της χριστιανικής ζωής, βρήκε την εξειδικευμένη θεσμική έκφρασή της στο μοναχισμό.
Το ερώτημα.
Στο σημείο όμως αυτό δημιουργείται το ερώτημα: Γιατί ο μοναχισμός παρουσιάστηκε με την καθυστέρηση αυτή στην ιστορία της Εκκλησίας; Ποιοί παράγοντες συνέβαλαν, ώστε η άσκηση, που υπήρχε εξ αρχής στη χριστιανική ζωή, να πάρει την εξειδικευμένη μορφή της μοναχικής ζωής κατά την περίοδο αυτήν; Αυτονόητο βέβαια είναι ότι εδώ δεν εξετάζουμε το μοναχισμό από τη θεολογική του πλευρά ούτε επιχειρούμε να τον ερμηνεύσουμε από την οπτική γωνία της κλήσεως του Θεού ή ακόμα και της ανθρώπινης κλίσεως, αλλά προσπαθούμε να τον προσεγγίσουμε ως θεσμό της Εκκλησίας. Γι’ αυτό φροντίζουμε να ερμηνεύσουμε την εμφάνιση του μέσα στα όρια των κοινωνικών εξελίξεων και αλλαγών.
Τα κοινωνικά δεδομένα.
Οι βασικές λοιπόν αλλαγές που σημειώθηκαν κατά την περίοδο αυτή στην κοινωνική ζωή των Χριστιανών είναι: Η γενίκευση των διωγμών εναντίον των Χριστιανών από τα μέσα του 3ου αιώνα, η οριστική κατάπαυσή τους τον 4ο αιώνα, και η κρατική αναγνώριση του Χριστιανισμού, που συνδέεται με τη μαζική είσοδο των εθνικών στη χριστιανική Εκκλησία και την ισχυροποίηση του εκκλησιαστικού θεσμού. Τα γεγονότα αυτά, μαζί με τη γενικότερη κοινωνική και οικονομική κρίση της εποχής, δεν φαίνονται να είναι άσχετα με την εμφάνιση του μοναχισμού. Για τον λόγο αυτόν απαιτείται να προχωρήσουμε στη διερεύνηση των σχέσεων που μπορεί να έχει το καθένα από αυτά με την εμφάνιση του μοναχισμού.
Πρώτη υπόθεση.
Η πρώτη υπόθεση για την ερμηνεία του φαινομένου αυτού μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Η γενίκευση των διωγμών εναντίον των Χριστιανών από τα μέσα του 3ου αιώνα συνέβαλε στην απομάκρυνση πιστών από τις κατοικημένες περιοχές και την εγκατάστασή τους σε ερημικούς τόπους, όπου δεν μπορούσε να φτάσει ο κρατικός έλεγχος.
Από ιστορικές πληροφορίες γνωρίζουμε ότι πολλοί Χριστιανοί αναγκάστηκαν, είτε ομαδικά είτε ατομικά, να εγκαταλείψουν τον τόπο της διαμονής τους και να καταφύγουν σε ερημικές περιοχές, για να διαφύγουν τη σύλληψη. Ιδιαίτερα μάλιστα ο ιστορικός Σωζόμενος αναφέρει ότι κατά την εποχή του αρκετοί θεωρούσαν τους διωγμούς ως αιτία για την εμφάνιση του μοναχισμού: «Άλλοι δε φασιν αιτίαν ταύτη παρασχείν τους κατά καιρόν τη θρησκεία συμβάντας διωγμούς.
Έπεί γάρ φεύγοντες εν ορεσι και ερημίαις και νάπαις τας διατριβάς εποιοϋντο, εθάδες του βίου τούτου εγένοντο».
Με την υπόθεση όμως αυτή δεν ερμηνεύεται το όλο φαινόμενο του μοναχισμού. Οι διωγμοί θα μπορούσαν πραγματικά να προκαλέσουν τάση φυγής των Χριστιανών προς την έρημο και με τον τρόπο αυτό να συμβάλουν στην εμφάνιση μοναχικής ζωής, δεν θα ήταν όμως σε θέση να οδηγήσουν στη διατήρηση και τη θεσμοποίησή της. Μετά την κατάπαυση των διωγμών έπρεπε και η τάση της φυγής προς την έρημο να εκλείψει, ή τουλάχιστο να υποχωρήσει σημαντικά. Στην πραγματικότητα όμως σημειώθηκε το αντίθετο. Η τάση της φυγής όχι μόνο δεν υποχώρησε μετά την κατάπαυση των διωγμών, αλλά και παρουσίασε τότε μεγαλύτερη ακμή.
Η δεύτερη υπόθεση.
Η δεύτερη υπόθεση είναι η εξής: Η κατάπαυση των διωγμών και η αναγνώριση του Χριστιανισμού ως ελεύθερης θρησκείας συνέβαλαν στην εκκοσμίκευση της ζωής των Χριστιανών και προκάλεσαν την αντίδραση πολλών πιστών, που εκδηλώθηκε με την αθρόα φυγή τους στην έρημο και την ανάπτυξη της μοναχικής ζωής.
Είναι γνωστό ότι από τη δεύτερη δεκαετία του 4ου αιώνα όχι μόνο δεν παρουσιάζονταν εξωτερικά εμπόδια, αλλά και υπήρχαν λόγοι σκοπιμότητας και συμφέροντος για την προσέλευση στον Χριστιανισμό. Και πραγματικά πολλοί προσέρχονταν στην Εκκλησία, για να επιτύχουν κοινωνικά ή οικονομικά οφέλη. Το φαινόμενο αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απότομη αύξηση του αριθμού των Χριστιανών και την εκ-κοσμίκευση της ζωής τους. Έτσι όμως μειώθηκε η συνεκτική δύναμη των χριστιανικών κοινοτήτων και άρχισε να δημιουργείται μια ανομική κατάσταση. Και όπως στην κοινωνική ζωή η ανομική κατάσταση τροφοδοτεί τη φυγή από την κοινωνία, που εκδηλώνεται με τη μορφή της ανομικής αυτοκτονίας, έτσι και στη θρησκευτική ζωή η ανομική κατάσταση τροφοδότησε τη φυγή από τον κόσμο, που εκδηλώθηκε με την προσέλευση στο μοναχισμό. Η φυγή από τον κόσμο, που αποτελεί ένα είδος αυτοκτονίας στο επίπεδο της οριζόντιας κοινωνικότητας, πραγματοποιείται ως ανάσταση στην προοπτική της κατακόρυφης κοινωνικότητας, δηλαδή της κοινωνίας με τον Θεό, όπου αποκαθίσταται σε ένα νέο επίπεδο και η κοινωνία με τους συνανθρώπους. Ο μοναχός δεν εγκαταλείπει τους συνανθρώπους του από αντίδραση προς αυτούς, αλλά από αδυναμία να ζήσει τη θρησκευτική ζωή που θέλει κοντά τους. Έτσι ο μοναχισμός εμφανίζεται ως ένα είδος «αντικοινωνίας», η οποία, χωρίς να έχει την έννοια της αντιθέσεως προς την κοσμική κοινωνία, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια συνεπέστερη χριστιανική ζωή, που έχει ορίζοντα την παγκοσμιότητα.
Χαρακτηριστική στο σημείο αυτό είναι η παρατήρηση του Μ. Βασιλείου για τη σπουδαιότητα της μοναχικής ζωής: «Συντελεί δε προς το αμετεώριστον τη ψυχή και το ιδιάζειν κατά την οίκησιν… Και προς πάσι τοις άλλοις, πολλοίς ούσιν, εις το πλήθος των παρανομούντων αποβλέπουσα ψυχή, πρώτον μεν ουκ άγει καιρόν επαισθάνεσθαι των ιδίων αμαρτημάτων και συντρίψαι εαυτήν διά της μετανοίας επί τοις πλημμελήμασιν εν δε τη συγκρίσει των χειρόνων και κατορθώματος τίνα φαντασίαν προσκτάται· είτα υπό των θορύβων και των ασχολιών, ας ο κοινός βίος πέφυκεν εμποιείν, της αξιολογωτέρας μνήμης του Θεού αποσπώμενη, ου μόνον το εναγαλλιάσθαι και ενευφραίνεσθαι τω Θεώ ζημιούται, και το κατατρυφάν του Κυρίου και το καταγλυκαίνεσθαι τοις ρήμασιν αυτού… αλλά και εις καταφρόνησιν ή και λήθην των κριμάτων αυτού παντελή συνεθίζεται, ου μείζον κακόν ουδέν αν ουδέ ολεθριώτερον πάθοι».
Τρίτη υπόθεση.
Μια τρίτη υπόθεση για την ερμηνεία της αναπτύξεως του χριστιανικού μοναχισμού είναι εκείνη, που συνδέει το φαινόμενο αυτό με την οικονομική και την κοινωνική κρίση της εποχής. Υποστηρίχθηκε μάλιστα ότι η γένεση του μοναρχισμού μπορεί κατά ένα μεγάλο μέρος να θεωρηθεί ως κάποιο ιδιαίτερο κεφάλαιο της ιστορίας του κοινωνικού προβλήματος, και ότι προέκυψε από τη σύμπτωση της ασκητικής διαθέσεως των Χριστιανών με την κοινωνική εξαθλίωση της εποχής .
Η σχέση της οικονομικής με τη θρησκευτική ζωή του ανθρώπου είναι γενικότερα γνωστή. Η φτώχεια, η αύξηση των φόρων, η νομισματική κρίση, η διοικητική διαφθορά και η γενικότερη κοινωνική ακαταστασία, που σημειώθηκαν κατά την εποχή του Διοκλητιανοΰ, ήταν φυσικό να ευνοήσουν τη φυγή στην έρημο και την ανάπτυξη του μοναχισμού. Φεύγοντας οι Χριστιανοί στην έρημο δεν εύρισκαν μόνο καλύτερους όρους για την καλλιέργεια της ασκητικής ζωής, αλλά και απαλλαγή από τις έντονες οικονομικές και κοινωνικές καταπιέσεις. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι και ο μοναχισμός εξαπλώθηκε περισσότερο στην περιοχή της Αιγύπτου, και ιδιαίτερα της Θηβαΐδας, που ως καθαρά αγροτική περιοχή ήταν περισσότερο ευαίσθητη στην οικονομική και κοινωνική κρίση.
Η σύνδεση της φυγής στην έρημο με οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους ενισχύεται και από την ίδια τη μοναστική παράδοση. Έτσι π.χ. στα Αποφθέγματα Πατέρων υπάρχουν αφηγήσεις για τον αββά Ολύμπιο και για κάποιον άλλο μοναχό που έζησε μαζί με τον αββά Παφνούτιο, όπου συνδέονται αντίστοιχα η προσέλευση και η επιστροφή στη μοναχική ζωή με κοινωνικοοικονομικούς λόγους. Η σπουδαιότητα όμως των λόγων αυτών δεν πρέπει να υπερβάλλεται. Παρόμοιοι λόγοι υπήρχαν στη ζωή των Χριστιανών και προηγουμένως, χωρίς να συντελέσουν στη φυγή τους από τον κόσμο. Αλλά και από τη μεταγενέστερη ιστορία του Χριστιανισμού μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί ότι ούτε η ακμή του μοναχισμού συνέπιπτε πάντοτε με περιόδους οικονομικής και κοινωνικής κρίσεως ούτε όσοι κατέφευγαν στο μοναχισμό προέρχονταν πάντοτε από τα φτωχότερα ή τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.
Τέταρτη υπόθεση.
Η τέταρτη τέλος υπόθεση μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Η ισχυροποίηση της θεσμικής μορφής της Εκκλησίας περιόρισε τις χαρισματικές διαστάσεις της και προκάλεσε την ανάγκη να δημιουργηθούν νέες δυνατότητες για την καλλιέργεια της χαρισματικής ζωής. Την ανάγκη αυτή κάλυψε και η εμφάνιση του μοναχισμού.
Μαζί με την ανάπτυξη του εκκλησιαστικού θεσμού εμφανίζονταν, όπως γνωρίζουμε, και διάφορες χριστιανικές ομάδες, που έρχονταν σε αντίθεση με την Εκκλησία, επικαλούμενες μια γνησιότερη θρησκευτική ζωή με χαρισματικό χαρακτήρα (π.χ. Μοντανιστές, Νοβατιανοί, Δονατιστές). Παράλληλα όμως και μέσα στην ίδια την Εκκλησία πολλοί πιστοί, χωρίς καθόλου να αμφισβητούν τους θεσμούς της, επιδίωκαν μια πληρέστερη βίωση του χαρισματικού περιεχομένου της χριστιανικής πίστεως. Η τάση αυτή είχε γίνει πιο έκδηλη από τον 3ο αιώνα, οπότε και ενισχύθηκε περισσότερο ο εκκλησιαστικός θεσμός. Έτσι βρέθηκε ένας νέος ζωτικός χώρος για τη ζωή των πιστών, η έρημος. Η φυγή στην έρημο δεν πραγματοποιήθηκε ως φυγή από την Εκκλησία, αλλά ως φυγή από τον κόσμο. Ο μοναχός φεύγει στην έρημο, για να αφιερωθεί εντονότερα στη νέα ζωή που του προσφέρει η Εκκλησία. Θα μπορούσε βέβαια η φυγή αυτή να θεωρηθεί ως κάποια μορφή διαμαρτυρίας απέναντι στη ζωή των κοσμικών Χριστιανών. Η θεώρηση όμως αυτή δεν φαίνεται και γενικότερα σωστή. Οι μοναχοί και οι κοσμικοί Χριστιανοί δεν παρουσιάστηκαν ούτε αναπτύχθηκαν ως αντίθετες τάξεις. Σε ολόκληρη την περίοδο του μεσαίωνα, αλλά και ως τους νεώτερους χρόνους, όχι μόνο υπήρχε στενός σύνδεσμος ανάμεσα στις μοναχικές και τις κοσμικές χριστιανικές κοινότητες, αλλά και γενικότερα ο μοναχισμός αποτελούσε το ιδεώδες για την κοινωνική ζωή των πιστών στον κόσμο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον ανατολικό χριστιανικό κόσμο του μεσαίωνα, όπου η κοινωνική ζωή των πιστών είχε φανερή τη σφραγίδα του μοναχικού ιδεώδους.
Κατά τον Ε. Τroeltsch με την ανάπτυξη της Εκκλησίας δημιουργήθηκε οξύ χάσμα ανάμεσα σ’ αυτήν και τον κόσμο, ο οποίος πλέον έπρεπε ή να απορριφθεί ή να γίνει δεκτός στο σύνολό του. Ο μοναχισμός λοιπόν πραγματοποίησε το πρώτο, ενώ οι ευρύτερες λαϊκές μάζες των Χριστιανών το δεύτε¬ρο. Η ερμηνεία όμως αυτή, που προϋποθέτει επίσης την αντιθετική διάκριση ανάμεσα στους μοναχούς και τους κοσμικούς Χριστιανούς, δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Ο μοναχισμός δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως διάσπαση, αλλά ως εντατικοποίηση της χριστιανικής ζωής. Και η εντατικοποίηση δεν περιέχει την έννοια της αντιθέσεως, αλλά της λειτουργικής διακονίας μέσα στο ενιαίο σύνολο.
Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι ο χριστιανικός μοναχισμός ως θεσμοποίηση της ασκητικής ζωής των πιστών εμφανίζεται με τη συμβολή όλων αυτών των παραγόντων. Όλοι οι παράγοντες που αναφέρθηκαν, και όχι βέβαια κατά τον ίδιο βαθμό, δηλαδή στην αρχή η γενίκευση των διωγμών, που οδήγησε πολλούς Χριστιανούς σε ερημικές περιοχές, ή ακόμα και η γενικότερη κοινωνική και οικονομική κρίση, και στη συνέχεια η εκκοσμίκευση της ζωής των Χριστιανών στον κόσμο, που μείωσε τη συνεκτική δύναμη των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, όπως και η ισχυροποίηση της θεσμικής μορφής της Εκκλησίας, που προκάλεσε την αναζήτηση ενός νέου χώρου για την καλλιέργεια της χαρισματικής ζωής, συνέβαλαν στη γένεση και διαμόρφωση του χριστιανικού μοναχισμού.

πηγή: Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη, «Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού», εκδ. Π. Πουρναρά-Θεσ/νίκη, σ. 101-110

http://www.pemptousia.com/2011/10/%CE%B7-/

ο γερο Παναγης

Ὁ γέρο-Παναγής ἀπό τήν Λύση «ἐκεῖνο πού ἔχει περισσότερη σημασία ἀπό ὅλα τά βιβλία καί ἀπό ὅλες τίς ἰδέες εἶναι τό νά βρεῖς ἕνα ὀρθόδοξο στάρετς» (Κιριεεφσκι-Ρῶσος στοχαστής)


 
  Αυτή την ευλογία δέχτηκα από το Θεό, γνωρίζοντας πριν από δέκα περίπου χρόνια τον παππού-Παναή από τη Δύση.

Ένα γεροντάκι, με την παραδοσιακή εμφάνιση της βράκας, αδύνατο, χωρίς τίποτα να δείχνει το εσωτερικό του μεγαλείο. Ή ζωή του ολόκληρη πέρασε στην εκούσια αφάνεια, πού όμως γίνεται «πόλις επάνω όρους κειμένη», γιατί είναι ζωή αληθινής ταπείνωσης.

  Η αγιότητα, πού μας περιέγραφαν οι θεολόγοι μας και πού διαβάζαμε στους βίους των Αγίων άνηκε στο χώρο το θεωρητικό, μέχρι πού συνάντησα τον παππού. Τότε ανακάλυψα πώς το Ευαγγέλιο μπορεί να εμφανιστεί τέλεια και στη δική μας εποχή και στο δικό μας χώρο. Ανακάλυψα την ομορφιά της αγιότητας, την αλήθεια πώς «ο Χριστός χθες και σήμερον Ο Αυτός και εις τους αιώνας». Είδα «ιδίοις ομμασι» τί σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος ερωτευμένος με το Θεό και τη Βασιλεία Του, δηλαδή Άγιος.
Συνήθως η αγιότητα περιοριζόταν στο χώρο των μοναχών, μέσα στην ησυχία, την περισυλλογή, την προσευχή και την άσκηση. Ή, αν ακούγαμε γι’ αγιότητα στον κόσμο, τη θεωρούσαμε σαν έκφραση κοινωνικού έργου και κάθε «έργου» προς «οικοδομήν του σώματος της Εκκλησίας».

Ο παππούς μου έδωσε να καταλάβω με τη ζωή του αυτό πού ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει: «μεγίστη πράξις εστίν η απραξία». Ήταν στον κόσμο και ζούσε ως ερημίτης- ταυτιζόταν με τα προβλήματα του καθενός και έμενε απαθής απ’ όλα γευόταν τον ουρανό και ήταν πολύ ανθρώπινος.

Όποιος πήγαινε για πρώτη φορά και του έλεγε τον πόνο του, για πάντα τον είχε στην προσευχή του. Αισθανόσουν πώς σε γνώριζε χρόνια, πώς ήταν δικό σου πρόσωπο. Ένιωθες την αγάπη του πού αντανακλούσε την αγάπη του Θεού. Κοντά του ο καθένας πίστευε ότι είναι κάτι, ότι αξίζει, γιατί τον αγαπά ο Χριστός μέχρι θυσίας σταυρικής. Δεν σού άφηνε περιθώριο να νιώσεις μειονεκτικά απέναντι του. Γιατί ήταν αληθινός Άγιος. ‘ Αγαπούσε και γινόταν ένα μαζί σου, κατεβαίνοντας – όπως ο Χριστός – στο επίπεδο σου για να σ’ ανεβάσει σιγά – σιγά στον τρόπο ζωής τού Θεού. Δεν ήξερε να κολακεύει τις αδυναμίες, αλλά να συγκαταβαίνει στις ανθρώπινες αδυναμίες «άχρις ου μορφωθη Χριστός εν υμίν» (Γαλ. δ’ 19). Το φάρμακο για τη θεραπεία το έδινε καθαρό στην κατάλληλη στιγμή.

Ήταν ένας διδάσκαλος του λαού, χωρίς τυμπανοκρουσίες και διπλώματα. Ό λόγος του, έκφραση εμπειρίας κι όχι θεωρίας, ήταν «λόγος ζων», γι’ αυτό και όσα έλεγε άγγιζαν την ουσία και την καρδιά των ακροατών.
Μιλούσε συχνά με παραβολές, παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, πού έκαμναν και το πιο αγράμματο να καταλαβαίνει, αλλά και τον μορφωμένο του αιώνος τούτου να συνειδητοποιεί τη «μωρίαν του» και ν’ αναζητά την «άνωθεν σοφίαν», πού ‘ναι «αγνή, ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, μεστή ελέους και καρπών αγαθών, αδιάκριτος και ανυπόκριτος» (Ίακ. γ’ 17). Μιλούσε στην κυπριακή διάλεκτο, απλά, στη γλώσσα του λαού, χωρίς ρητορείες και σοφίσματα. Η «διδασκαλία» του δεν είχε το στοιχείο της προπαγάνδας, της νεύρωσης πού προσπαθεί να πείσει για να κατατροπώσει τον αντίπαλο και να νιώσει υπεροχή. Ήταν έκφραση αγάπης προς τον αδελφό πού διψά «του ακούσαι λόγον Κυρίου» (Άμώς η’ 11) ή πού βρίσκεται στην άγνοια κι άρα στον πνευματικό θάνατο.

Πολύ εκτιμούσε το κηρυκτικό έργο των θεολόγων, χωρίς να ξεχωρίζει τις «σχολές» και τις «θεολογικές αποκλίσεις». Όταν κάποτε τον ρώτησα αν «βγαίνει τίποτα» από τα κηρύγματα, κι αν θα πρέπει να μιλήσουν τα έργα μας μάλλον παρά τα λόγια μας, μου είπε: «Τα` άλλα λόγια να τα λιοστέψουμεν. Πού τούτα ν’ ακούμε ν οΰλλη μέρα, εν καλά 

Πρέπει ν’ ακούσουν. Το κήρυγμα επιδρά παραπάνω. Εν τζ’ ή Χάρις του Θεού πού ενεργεί. Έλειψαν τα ψάρκα πού τη θάλασσα, ώστε να σταματήσουμε να ρίχνουμεν τα δίκτυα; Πώς θα πιστέψουν αν δεν ακούσουν; Πώς θ’ ακούσουν χωρίς κηρύσσοντος; Πώς θα κηρύξουν εάν δεν αποσταλώσιν»;

Τούς κληρικούς τούς σεβόταν ιδιαίτερα. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Οι, εν ανέχομαι να δώ κληρικούς ή μοναχούς στην κόλαση. Εν πολλά ζόρι. Συνέχεια με τούς παππούδες είμαστε. Τόσα χρόνια… ν’ αξιωθούμε τζιαί στην άλλη ζωή να ‘ μαστέ μαζί». Γι’ αρκετά χρόνια ήταν νεωκόρος στην Παναγία της Λύσης. Αγρυπνίες, προσευχές, παρακλήσεις ήταν η ασχολία του. Καθημερινά σηκωνόταν νωρίς κι έκαμνεν κανονικά τις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Ένα μήνα περίπου πριν την κοίμηση του έλεγε σε καμιά δεκαριά πού βρισκόμασταν κοντά του: «Πράγματι, ούλλα τούτα, εχόρτασά τα».
—        Το Θεό τον εχόρτασες; τον ρώτησα. Έμεινε λίγο σιωπηλός κι απάντησε:
—        Άραγε εγεύτηκά Τον;
Αυτή η συναίσθηση ότι «ουδέν ειμί», κυριαρχούσε την όλη ζωή του.

Αλλά είχε χαρά κι ελπίδα. Ψηλαφούσε, θα λέγαμε, την αγάπη του Θεού. Όποτε μιλούσε για την ευσπλαχνία και το έλεος Του, γέμιζαν τα μάτια του δάκρυα ζούσε μέσα στο Θεό κι ό Θεός μέσα του. Μου έλεγε κάποτε: «Να θυμάσαι: ό Θεός έννεν άνθρωπος πού εν συγχωρά. Τούς δικούς Του τούς αγαπά. Ξεχνά τα σφάλματα μας εύκολα Ό κόσμος, τζιαί να μετανοήσει κάποιος, εν να τον κρίνει σύμφωνα με το παρελθόν του».
Από τις 3 Δεκεμβρίου, πού αρρώστησε βαριά και βρισκόταν στο κρεβάτι συνεχώς, κοινωνούσε καθημερινά. Η Θεία Κοινωνία ήταν η «όντως τροφή» του. Πάντα μεταλάβαινε συχνά κι αυτό του έδινε μεγάλη χαρά

Τέσσερις ώρες πριν την κοίμηση του διαβάσαμε κοντά του τούς Χαιρετισμούς της Παναγίας, πού αγαπούσε ιδιαίτερα, και τις «ευχές εις ψυχορραγούντας». Μόλις παρέδωσε το πνεύμα του στο Χριστό, πού αγάπησε εκ νεότητας του, και τον τακτοποίησαν, κάναμε το πρώτο τρισάγιο και αρχίσαμε την ανάγνωση του Ψαλτηρίου.

Η «εξόδιος ακολουθία» έγινε στο ναό της Αγίας Θέκλης, στο συνοικισμό των Αγίων Αναργύρων στη Λάρνακα Ήμαστε 23 ιερείς και 2 διάκονοι. Μοναχές, «μαθήτριες» του παππού, και πολύς κόσμος. Προΐστατο της ακολουθίας ό ηγούμενος του Σταυροβουνιού Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος, πού ήταν ο πνευματικός του. Νιώθαμε όλοι πώς τα λόγια της κηδείας δεν «ταίριαζαν» στον παππού. Κηδεύαμε ένα Άγιο: Κοινή εμπειρία της σύναξης. Ένας – ένας πλησίαζε το σκήνωμα του και ασπαζόταν το χέρι του. Μικροί και μεγάλοι.

Ο παππούς έφυγε. Δεν μπορούμε να τον συμβουλευόμαστε πια κι ούτε ν’ ακούμε τις διδαχές του. Ορφάνια και πόνος. Γιατί, όπως θα γραφτεί για το στάρετς Αμβρόσιο της Όπτινα στη Ρωσία, «ο θάνατος ενός στάρετς βυθίζει τις ψυχές σε βαρεία θλίψη. Είναι σαν να χάνουν τα πρόβατα το βοσκό και οι ναύτες τον κυβερνήτη. Πόση είναι η αξία ενός στάρετς; Απροσμέτρητη. Γι’ αυτό απροσμέτρητη είναι και η θλίψη… Γιατί συναντώντας ένα στάρετς, πού έφθασε ήδη στη θέωση, συναντάς στο πρόσωπο του τον Ίδιο τον Θεό».

Αυτά μπορούν άνετα να γραφτούν και για τον παππού-Παναή από τη Λύση, τον κοσμικό ερημίτη, πού ‘ταν για μένα σημείο της ζωντανής παρουσίας του Ζώντος Κυρίου.
Πρεσβύτερος

 ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ
Θεολόγος

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΤΕΥΧΟΣ 100.
 http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2013/07/blog-post_3639.html

Ελεύθεροι ασκητές.....Νικολάου Ιερομονάχου (μητρ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής)

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Ελεύθεροι ασκητές.....Νικολάου Ιερομονάχου (μητρ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής)



« …. Με υπόδειξη του π. Παϊσίου, είχα πάει το 1988 να επισκεφθώ και δύο Ρουμάνους ερημίτες στην Καψάλα, με κάποιο φίλο μου μοναχό. Πήραμε ντομάτες, ροδάκινα, αχλάδια, λίγα μακαρόνια και Μπισκότα Παπαδοπούλου γεμιστά για ευλογία. Αυτά βρήκαμε στις Καρυές.

Η πρώτη μας συνάντηση ο γέρο-Ξενοφών. Πριν καλά καλά τον συναντήσουμε, μόνο που άκουσε τα βήματά μας, ξεφώνησε περιχαρής:
- Έρχεται, πατέρες, έρχεται.

Το ακούσαμε με ανάμεικτη έκπληξη και απορία αυτό δύο τρεις φορές. Έως ότου ξαφνικά τον διακρίνουμε ανάμεσα από τους θάμνους. Ένα γεροντάκι, ογδόντα οκτώ ετών, καθισμένο σε μια ψάθινη καρέκλα ανάποδα, με την πλάτη της στο στήθος και τα χέρια ψηλά στον ουρανό, μόλις μας αντικρύζει αναλύεται σε λυγμούς. Δυσκολευτήκαμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Με σπασμένα ελληνικά, μας ζήτησε συγγνώμην και δικαιολογήθηκε. Είχε μέρες που προσευχόταν να τον αναπαύσει ο Θεός. Θεωρούσε ότι τον είχε ξεχάσει. Στο άκουσμα των δικών μας βημάτων και στο θόρυβο των κλαδιών των θάμνων που παραμερίζαμε πίστεψε πως ερχόταν ο άγγελός του. Μόλις αντί για άγγελο είδε εμάς, απογοητεύτηκε. Και δικαιολογημένα! Αυτό δε μας το είπε· εμείς το καταλάβαμε. Στο Άγιον Όρος ο άγγελος είναι ποθεινότερος, ακόμα κι αν πρόκειται να σου πάρει την ψυχή, απ’ όσο ο άνθρωπος, ακόμα κι αν σου φέρνει… γεμιστά μπισκότα Παπαδοπούλου.


Αφού συνήλθε, άρχισε πάλι με λυγμούς να μας ευχαριστεί για τον κόπο μας και να ζητά συγγνώμην αν μας λύπησε ή αν μας πρόσβαλε. Λίγες μέρες αργότερα ήρθε και ο άγγελος· ο π. Ξενοφών ανεπαύθη. Ας έχουμε την ευχή του.

Ήδη η ώρα περνούσε και έπρεπε να πάμε και στον π. Ηρωδίωνα· έναν Ρουμάνο που ή ήταν σαλός δια Χριστόν ή δεν ήταν άνθρωπος. Σε δέκα λεπτά φθάσαμε στον… σκουπιδότοπό του. Ο ήλιος είχε ήδη δύσει. Σ’ ένα ερείπιο γεμάτο σκουπίδια συναντούμε έναν νέο ήρωα. Ογδόντα δύο ετών, όρθιος στο κούφωμα μιας πόρτας… χωρίς πόρτα. Τα πόδια του κρατούσαν κόντρα στο ένα της δοκάρι. Η μέση του ακουμπούσε στο άλλο. Τα χέρια του στηρίζονταν στο πρώτο. Ώρες ολόκληρες περνούσε έτσι. Ο ίδιος χωρίς ζωστικό. Μια μάλλινη φανέλλα κι ένα κουρελιασμένο παντελόνι κάλυπταν το εξαγιασμένο σώμα του. Η καλύβη του γεμάτη σκουπίδια. Δεν έβλεπες δάπεδο. Ένα στρώμα από κονσέρβες, κουκούτσια, σακκούλες, τάπες, καπάκια από μπουκάλια, φλούδες, ό,τι μπορούσε κανείς να φαντασθεί, πάχους τριάντα εκατοστών και πάνω, αποτελούσε το πολύτιμο χαλί στο μυστηριώδες… παλατάκι του και ασφαλώς το στρώμα του, αν βέβαια κοιμόταν οριζόντιος. Στους τοίχους του τα αποτυπώματα χυμένων καφέδων και τα ζουμιά πεταγμένων πορτοκαλάδων και, αντί για κατοικίδια ζώα όλων των ειδών τα ζωύφια, μυγάκια, κατσαρίδες και ποντίκια.

- Ευλογείτε, γέροντα, είπε χαρούμενος ο απλοϊκός συνοδοιπόρος μου.
- Ο Κύριος, απαντά νηφάλιος ο ηρωικός ασκητής, χωρίς να δείχνει καθόλου ενοχλημένος για τον οικολογικό περίγυρό του.
- Σου φέραμε λίγες ευλογίες, κάτι να φας συνεχίζει δίχως ενδοιασμό ο μοναχός φίλος μου.
- Ω, καλοί πατέρες, πολύ ευκαριστώ. Σας ευκαριστώ. Καλοί πατέρες. Πολύ ευκαριστώ, απαντά εκείνος.

Και παίρνοντας την σακκούλα με τις ευλογίες και συνεχίζοντας να επαναλαμβάνει αυτές τις προτάσεις, με ιδιάζουσα δύναμη και εκφραστικότητα, πετούσε τις ντομάτες και τα ροδάκινα πάνω από τα κεφάλια μας στους τοίχους της καλύβης του.Τα χυμένα ζουμιά τους αποτύπωναν τη δική μου απορία που, σκυμμένος μη με πάρουν τα βόλια, προσπαθούσα να καταλάβω την λογική της ευγνωμοσύνης του και, εντελώς ξαφνιασμένος, να αποτυπώσω το περιεχόμενο της ιδιότυπης μοναχικής προοπτικής του.


Αφού έσπασε τα μακαρόνια και τα έχυσε από το περίβλημά τους, αφού σκόρπισε τα μπισκότα όσο πιο μακρυά μπορούσε, φωνάζοντας: « Να φάνε τα πουλάκια· να φάνε τα πουλάκια », άρχισε να μας μιλάει για το σταυρό του Χριστού, την προδοσία του Ιούδα και εν μέσω ασυνάρτητων κραυγών να δοξάζει το όνομα του Θεού.

Είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει. Λίγο ακόμη και θα χάναμε το θέαμα. Θα χάναμε αυτό που ο π. Ηρωδίων έδειχνε. Μέσα όμως στη νύχτα της δικής μου λογικής είχα αρχίσει να υποψιάζομαι λίγο απ’ αυτό που έκρυβαν τα σκουπίδια, τα ακαταλαβίστικα λόγια και φυσικά η εντελώς ακατανόητη λογική ενός σαλού για την αγάπη του Χριστού. Θυμήθηκα τον αββά Ισαάκ που, αναφερόμενος σ’ αυτούς τους ηρωικούς αγίους που ζουν « ν ταξίαις, ετακτοι ντες » κατακλείει· « ταύτην τν νοιανξιώσαι μς  Θες φθάσαι ». Άραγε αυτή είναι λογική για την οποία μιλούσε ο π. Παΐσιος;

Γύρισα πίσω για μια τελευταία κλεφτή ματιά. Το άσχημο από τη φύση του και άγριο από τον τρόπο του πρόσωπό του έλαμπε υπερβατικά από τη χάρι του Θεού. Ήταν τόση η λάμψη του, που υποχρέωνε τα πήλινα μάτια μου και την « μ ρσα »καρδιά μου σε ασυνήθιστες οράσεις άλλου είδους και άλλου κόσμου. Η μυστηριώδης όψη του μένει ακόμη βαθειά χαραγμένη στην μνήμη μου.

Έφυγα και ξαναβυθίστηκα στα σκουπίδια του εαυτού μου. Εκείνος έμεινε πατώντας πάνω στα σκουπίδια της λογικής αυτού του κόσμου. Τον σκεπτόμουν και θαύμαζα την αντοχή και τον ηρωισμό του. Μέχρι σήμερα, ενώ αντιλαμβάνομαι την αξία και το μεγαλείο της λογικής του, δεν μπορώ να συλλάβω τη δομή της. Σίγουρα η λογική είναι μεγαλύτερη εκτροπή από την δια Χριστόν σαλότητα. Ίσως όμως ο σταυρός της να είναι τελικά βαρύτερος από τον σταυρό του π. Ηρωδίωνα.

Πάνω στο πανεπιστήμιο των σκουπιδιών και της σαλότητος, τόλμησα να προβάλω την λογική, την αίγλη και την φινέτσα της νωπής τότε εμπειρίας μου στοHarvard και το MIT. Τότε άρχισαν τα σκουπίδια να ευωδιάζουν σαν λουλούδια, τα ζωύφια να μεταμορφώνονται σε πουλάκια, οι ξεσχισμένες σακκούλες σε πτυχία και δημοσιεύματα· και ο π. Ηρωδίων πολύ πιο «έξυπνος», πολύ πιο πετυχημένος από τους Νομπελίστες καθηγητές μου! Η λογική τους έμοιαζε με αγωνιστικό αυτοκίνητο· η λογική της δια Χριστόν σαλότητος με πύραυλο. Το πρώτο τρέχει μέχρι 320 χλμ. την ώρα. Το δεύτερο από 29.000 χλμ. την ώρα και πάνω. Το πρώτο κινείται οριζόντια. Το δεύτερο κατακόρυφα. Στην μια περίπτωση, αν υπερβείς το όριο, γκρεμοτσακίζεσαι. Στην δεύτερη, αν το ξεπεράσεις, εκτοξεύεσαι· ξεπερνάς την βαρύτητα της γης· διαφεύγεις· ελευθερώνεσαι. Οι πρώτοι, οι λογικοί, όσο κι αν τρέχουν πατάνε στην γη. Ο π. Ηρωδίων έφυγε από αυτόν τον κόσμο χωρίς να την έχει ακουμπήσει. Χωρίς να τον έχει ακουμπήσει…».

Συμπληρώνονται σήμερα 52 χρόνια από την κοίμηση του Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή

Συμπληρώνονται σήμερα 52 χρόνια από την κοίμηση του Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή

Δημοσιεύθηκε: 28 Αυγούστου 2011 Κατηγορίες: Άγιοι - Πατέρες - Γέροντες, Γέρ. Ιωσήφ Ησυχαστής
…Όταν ο Γέροντας είχε ήδη καταβληθεί, η υγεία του πήγαινε προς το χειρότερο, δύο σοβαρές ασθένειες, η μία μετά την άλλη επέφεραν το τέλος της επίγειας ζωής του την 15η/28η Αυγούστου 1959.
Ο βιογράφος του αναφέρει:
“Οι τελευταίες μέρες του ήταν πολύ οδυνηρές, γιατί η προχωρημένη πλέον ανεπάρκεια του εμπόδιζε την αναπνοή και κοπίαζε πολύ. Αυτό όμως για μας ήταν μάθημα και αφορμή πρακτικής υπομονής. Αισθανόμενοι τον αγώνα του και ενώ προσπαθούσαμε να τον ανακουφίσουμε αυτός μας παρηγορούσε καταλλήλως με πρακτικά παραδείγματα αναφερόμενος ιδίως στην ματαιότητα του κόσμου. Μας έλεγε: “κοντεύει η μέρα μου να φύγω. Όπως έγινα δεν είμαι τώρα για τίποτα, ούτε μπορώ να αγωνισθώ άλλο”. Ο αείμνηστος δεν ξεχνούσε διόλου τον σκοπό του και με διάφορες επίνοιες, σε κάθε πρόφαση της ζωής, εύρισκε μέσον αγώνος και καρποφορίας. Μη δυνάμενος να κινηθή ούτε και να ξαπλώση για την ασθένεια του καθόταν σε μια πρόχειρη πολυθρόνα απ’ αυτές τις πτυσσόμενες έκλαιε συνεχώς την ματαιότητα του βίου. Ανέμενε την απόλυσή του απ’ αυτή την ζωή σαν τον ευτυχέστερο κλήρο και ψιθύριζε τροπάρια των κεκοιμημένων, όταν δεν τον πίεζε η δύσπνοια. Αρσένιε έλεγε χαριεντιζόμενος, πότε φεύγουμε; Δεν εύχεσαι φαίνεται και αργούμε”. Επί σαράντα σχεδόν ημέρες, τις τελευταίες του, δεν έτρωγε τίποτε, μόνο κοινωνούσε κάθε μέρα και έπαιρνε λίγο καρπούζι. Ο Γέροντας είχε τόση φροντίδα και μέριμνα για την έξοδό του, που νόμιζε κανείς ότι όντως πρόκειται να ταξιδέψη αυτήν την ώρα και περίμενε το μέσο της μεταφοράς. Εμείς απεγνωσμένα προσπαθούσαμε με ότι μέσο μπορούσαμε, επιστημονικό ή πρακτικό, τουλάχιστον να τον ανακουφίσουμε γιατί κατά διαστήματα η δύσπνοια τον δυσκόλευε πολύ. Εκείνος όμως μας έλεγε: “Μην κοπιάζετε, παιδιά, δεν πρόκειται να μείνω. Από πόσο καιρό περιμένω αυτή την ώρα. Μόνον εύχεσθε να μην εμποδίση τίποτα την ελπίδα μου. Έως ότου ζη ο άνθρωπος δεν μπορεί να αμεριμνήσει”. Κατά την 14η Αυγούστου του 1959 ετοιμαζόταν πολύ και υπολογίζοντας την επομένη, που ήταν η εορτή της Κοιμήσεως ανυπομονούσε, κάτι περίμενε. Συνάμα η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί. Πέρασαν προηγουμένως φίλοι του λαϊκοί και τον χαιρέτησαν και όταν του ευχήθηκαν ανάρρωσιν, τους είπε: “όχι, όχι, φεύγω σύντομα όταν θα ακούσεται μετά τις ημέρες τις καμπάνες, να ξέρετε ότι έφυγεν ο φίλος σας. Υπολογίζω της Παναγίας μας”. Την άλλη μέρα, στην μνήμη της Κυρίας μας Θεοτόκου, παρευρέθη στην Λειτουργία, μετά κόπου είπε το τρισάγιο και μετέλαβε για τελευταία φορά λέγοντας “εις εφόδιον ζωής αιωνίου”. Κοίταζε με επιμονή την εικόνα της Κυρίας μας, που τόσο την αγαπούσε, και σαν να της ζητούσε κάτι. Κάτι που το γνώριζε ακριβώς αυτή. Τα ήρεμα δάκρυα του μαρτυρούσαν την προς αυτήν ενδόμυχη αίτηση της ψυχής του. Αυτήν που τόσες φορές τον παρηγόρησε και του συνέστησε να τρέφη βεβαίαν ελπίδα προς την ευσπλαχνία της… Η Δέσποινά μας εξεπλήρωσε πληρέστατα την υπόσχεσή της προς τον αείμνηστο, να έχη την ελπίδα του σ’ αυτήν, με την τελευταία δωρεά της, να παραλάβει την ψυχή του την ημέρα της αγίας Κοιμήσεώς της. Καθήμενος στην καρέκλα του και παλαίων με την συνεχιζόμενη δύσπνοια, κράτησε κοντά του τον πατέρα Αρσένιο, όπως πάντοτε, αφού έδωσε στους πάντας την ευχή του. Όταν ο πατήρ Αρσένιος θέλησε να τρίψει λίγο τα πόδια του για μικρήν ανακούφιση, δεν τον άφησε και του είπε; “Παύσε πάτερ, Αρσένιε, μη κάνεις τίποτα. Τέλειωσαν όλα. Φεύγω”.
Έπιασε το χέρι του αχώριστου συνασκητού του, σαν να τον χαιρετούσε για τελευταία φορά, κοίταξε λίγο πάνω και παρέδωσε ήσυχα την μακαρίαν του ψυχή. Όταν μαζευτήκαμε όλοι γύρω του, αυτός δεν ήταν πλέον μαζί μας. Αφού πανηγύρισε μαζί μας την θεία μετάσταση της Κυρίας μας Θεοτόκου, έφυγε για να εορτάση στους ουρανούς αυτήν την χαρμόσυνη ημέρα. Ήταν ημέρα Παρασκευή και ώρα πρωινή μετά την ανατολή του ηλίου. Την επομένη που έγινε η κηδεία του – κατά την απαίτησή του εκεί στον τόπο που ετελειώθη – ήλθαν όλοι οι Πατέρες της Σκήτης. Αγαπούσε όλους και ανταγαπάτο από όλους”.
Πηγή:http://agioritikesmnimes.pblogs.gr/2011/08/2861-symplhrwnontai-shmera-52-hronia-apo-thn-koimhsh-toy-geronta.html